ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

51ΜΑΡΤΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2720 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
49 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Τα πουλιά κ' οι σκίουροι της Ουάσινγκτων — ΓΑΛΑΝΑΚΗ, ΑΝΤΙΓΟΝΗ
    ἀρχή: σελ. 2720 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 51

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

᾿ ΤΟΥ Ἅ. 5 ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ κ ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ Τὰ πουλιὰ κ᾿ οἱ σκίουροι τῆς Οὐάσιγκτων ᾽Αγαπῶ τὴν Ἑλλάδα µου, τὸν τόπο µου, ποὺ εἶναι ὃ πιὸ δοξασµένος ἀνὰ τοὺς αἰῶ- νες. Ὅταν φεύγω γιὰ μιὰ πόλη Εὐρωπαϊκὴ ἢ ᾽Αμερικάνικη, ἣ λαχτάρα µου εἶναι νὰ γυρίσω, νὰ βρεθῶ πάλι στὶς συνήθειές µου, στὸν περίγυρό µου, κ᾿ εἶναι ἀπερίγραφτο τὸ φτέρωμα τῆς ψυχῆς µου, ὅταν ἀγγέλλει ἢ φωνὴ µέσα στὸ τεράστιο «μπόϊνγκ», ὅτι βρισκόμαστε πάνω ἀπ᾽ τὸν Σαρωνικὸ (ἀ- φοῦ πρῶτα ἀναγγέλθηκε ἣ Κέρκυρα) καὶ ἤ- δη φτάνουμε στὴν ᾿Αθήνα». «Κλεινὸν ”Α- στυ». Πρέπει νὰ ξαναγίνει, γιατὶ δὲ φτάνει νὰ βασιζόµαστε μονάχα στ) ἀρχαῖα µας! ᾿Αλλὰ γιὰ κεῖνο ποὺ θέλω νὰ γράψω τώρα... εἶναι γιὰ τὸ ταξίδι µου στὴν Οὐάσιγκτων, γιὰ τὴ δίµηνη ἐκεῖ διαμονή µου. Οὐάσιγκτων. Οὐάσιγκτων Ὀ.Ο. Κάθοµαι ἐδῶ, στὸ φάμιλυ ρούμ, πλάϊ στὸ µεγάλο παράθυρο μὲ τὰ διπλᾶ χοντρὰ τζάμια καὶ κυττάζω ἔξω, τὸ τοπίο τοῦ κήπου κάτα- σπρο ἀπ᾿ τὸ χιόνι, ἀπάτητο, παρθένο. Κυτ- τάζω τὰ πουλάκια πάνω στὰ δέντρα, ποὺ κάθε τόσο κατεβαίνουνε καὶ σκαλίζουνε τὸ χιόνι γιὰ τροφή. Αὐτὰ τὰ πουλάκια ἔχουν μιὰ χρωματικὴ ποικιλία ἀφάνταστη. Σ᾽ ὅ- λα τὰ χρώματα καὶ τὰ μεγέθη! Τὸ πιὸ ὢ- ραῖο ἀπ᾿ τὰ πουλιὰ εἶναι ὃ καρδινάλιος, ἕ- να κατακόκκινο πουλὶ μὲ μιὰ μικρὴ μαύρη μπροστέλλα µόνο στὸ λαιμό, κοντὰ στὸ κόκκινο ράµφος του. Κ᾿ ἢ γυναίκα του ἀπὸ κοντά! Λιγότερο φανταχτερή, μὲ λιγώτερο κόκκινο καὶ μ᾽ ἕνα λοφιάκι στὸ κεφάλι... Τὰ πουλάκια δὲν τὸ φοβοῦνται τὸ χιόνι... ᾿Αντίθετα, τὰ σκιουράκια, τρίτη μέρα σή- µερα μὲ χιόνι, χαθήκανε! Δὲν κατεβήκανε ἀπ᾿ τὴν κορφὴ τῶν ψηλῶν δέντρων, κάτω στὸ ἔδαφος... Θάναι κρυμμένα στὶς φῶ- ληές τους, ὥσπου νὰ περάσει ἣ καταιγίδα τοῦ χιονιοῦ. Στὸν κῆπο ἔχουνε κρεμάσει σ᾽ ἕνα μέρος μιὰ στήλη κυλινδρικὴ μὲ τρύπες ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ μοιάζει σὲ κορμὸ δέν- τρου. Θάναι περίπου δυὸ ποδιῶν τὸ μῆκος τῆς. Στὸ τέλος της, ἀπὸ κάτω, ὑπάρχει ἕνα πιάτο. Μέσα σ᾽ αὐτὸν τὸν ὑποθετικὸ κορ- μὸ ρίχνουνε σπόρους οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπι- τιοῦ τώρα τὸ χειμώνα, ποὺ πουλιοῦνται εἰ- δικὰ γιὰ τὰ πουλιὰ τ᾽ οὐρανοῦ... Αὐτὴ ἢ στήλη εἶναι ἀπὸ πλαστικὸ καὶ γίνεται με- γάλη μάχη μὲ τὰ πουλιά, καθὼς ἀκουμπᾶ- νε γύρω στὸ πιάτο καὶ σπρώχονται, γιὰ νὰ κερδίσει τὸ καθένα γιὰ τὸν ἑαυτό του τὴν ἐ- πίδοξη θέση μπροστὰ στὴν τρύπα, ὅπου θὰ βυθίσει τὸ ράμφος του καὶ θὰ φάει σπό- ρους, ποὺ πολλοὶ ἀπ᾽ αὐτοὺς χύνονται στὸ πιάτο καὶ πάνω στὸ χιόνι, καθὼς ἢ στήλη ταλαντεύεται ἀπ᾿ τὴ ζωηρὴῇ κίνηση... Οἱ σκίουροι κατεβαίνουνε κι αὐτοὶ καὶ καταφέρνουνε, ἀφοῦ δὲν ἔχουνε τοῦ -που- λιοῦ τὴν ἐλαφράδα γιὰ νὰ πατήσουνε στὸ πιάτο, νὰ σπρώξουνε μὲ τὴν οὐρίτσα τους ἀπὸ μακρυὰ τοῦτο τὸν ψεύτικο κορμὸ δέν- τρου μὲ τὶς τρύπες καὶ μὲ τοὺς σπόρους ἓν- τός, γιὰ νὰ χυθοῦνε στὸ χιονισμένο ἔδαφος καὶ νὰ τρέξουνε κάτω νὰ τοὺς φᾶνε. Δὲ νο- µίζω πὼς ὑπάρχει πιὸ σβέλτο καὶ ταχὺ ζω- άκι ἀπ᾿ αὐτοὺς τοὺς σκιούρους. Τοὺς χά- νεις ἀπ᾿ τὰ µάτια σου στὸ μισὸ τοῦ δευτε- ρόλεπτου, μ᾽ ὅλο ποὺ τὰ παρακολουθεῖς. Ἔχουν κιόλας ἀνέβει πάλι στὴν κορφὴ τοῦ πανύψηλου δέντρου. 'Ο βηματισμός τους εἶναι πηδηχτὸς κ᾿ ἢ φουντωτὴ οὐρίτσα σὲ διαρκῆ κίνηση. Ἣ µουρίτσα τους εἶναι σὰν ἑνὸς μεγάλου ποντικοῦ καὶ τὸ χρῶμα τους καφετὶ ἀνοιχτό. Κατεβαίνουµε σὰν ἆστρα- πὴ καὶ σὰν ἀστραπὴ πάλι ἀνεβαίνουμε στὰ δέντρα, ποὺ τώρα τὸ χειμώνα - Γενάρης, 15 εἶναι ξεγυμνωμένα ἀπ᾽ τὰ φύλλα τους, μὰ τὸ ἴδιο ὄμορφα μὲ τὰ πυκνὰ κλαδιά τους, ποὺ ὑψώνονται πρὸς τὸν οὐρανὸ σὰν δέη- ση, θάλεγες, γιὰ τὸν γρήγορο ἐρχομὸ τῆς ἄνοιξης, ποὺ τὴν ἔχω γνωρίσει σ᾽ ἄλλο τα- ξίδι μου καὶ ποὺ εἶναι ὄργιο πράσινου. ᾿Εδῷ, στὸν κῆπο μας, εἶναι ἕνα δεντράκι γεμᾶτο κιόλας μπουμπούκια ἀπ᾽ τὸν Δε- κέμβρη. «Πῶς αὐτό»; ρωτάω. «Ἔτσι, βιά- ζεται αὐτό...», μοῦ ἀπαντᾶνε. «Μόλις γίνε- ται καλοκαιρία κ᾿ ἢ θερµοκρασία ἀνεβαί- νει ἀπ’ τὸν μηδὲν κ᾿ οἱ μέρες ζεσταίνονται κάπως, αὐτὸ μπουμπουκιάζει...». Κι ἔτσι, βιαστικὸ κι᾽ ἔτοιμο, προσμένει τὴν ἄνοιξη, ποὺ θὰ μεγαλώσει πιὰ μὲ σιγουριὰ
← καθαρισμένο κείμενο