ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
52ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1986
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η προϊσταμένη — ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ
Κείμενο φύλλου
ἢ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ
ΤΟΥ Ἅ.
.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ
Ἢ προϊσταμένη
Καλοκαίρι, κοντὰ στὸ φθινόπωρο, μᾶς
εἶχε στείλει ἡ ὑπηρεσία στὸ Νοσοκομεῖο
τῆς ἐπαρχιακῆς πόλης Θ. Ἐκεῖ γνωρίσαμε
τὴν προϊσταμένη. Ξένοι ἐμεῖς ἐκεῖ καὶ προσώρινοί,
ἐνῶ ἐκείνη παλιά. Μέναμε ὅλοι
μαζί στὸν ξενῶνα τοῦ Νοσοκομείου, ἕνα
διόροφο χτήριο μὲ κῆπο καὶ δέντρα, χτισμένο
στὴν αὐλή του, πλάϊ στοὺς θαλάμους.
Δίπλα - δίπλα τὰ δωμάτιά μας --- θαλάμους
τὰ λέγαμε καὶ αὐτά. Καὶ σὰν προσωρινοὶ
καὶ καινούργιοι ὀργανώσαμε ὅπως
- ὅπως τὴ ζωή μας; ἐδῶ τὸ κρεβάτι, πλάϊ τὸ
κομοδῖνο, ἐκεῖ τὸ τραπέζι, ἕνα καμινέττο,
μιὰ στίβα βιβλία στὸ ντουλάπι. Γιὰ ὅλα εἷχε
φροντίσει ἡ προϊσταμένη μὲ φωνὲς πολλές
--- στριμμένη τὴν ἔλεγαν, μὰ δὲν ἦταν
- κι ἀκόμα πιὸ πολλὲς διαταγές.
“Ὅταν καταλάγιασαν κάποτε ὅλα τοῦτα,
κάναμε παρέα, ἀπόγευμα - βράδυ, ἐμεῖς κι
ἐκείνη καὶ ἀνταλάξαμε ἐπισκέψεις μὲ τὴν
εὐκολία ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς
συνδέει ἡ ἀναγκαστικὴ μοναξιά. Ἔτσι παρακολουθήσαμε
ἀπὸ κοντὰ τὴ ζωή της καὶ
κάποιες ἄλλες λεπτομέρειες ἀπὸ τὴ ζωὴ
τοῦ Νοσοκομείου ἐκεῖνο τὸ φθινόπωρο.
Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, ὅταν δὲν εἶχε ὑπηρεσία,
ἡ προϊσταμένη τάϊζε τὸ φλῶρο της.
Ἔπαιρνε τὸ κλουβί του ἀπὸ τὸ περβάζι τοῦ
παράθυροῦ της, ὅπου τὄβαζε κάθε πρωΐ,
καὶ τό) φερνε νυχοπατώντας ἀπὸ τὸ διάδρομα
στὸ λουτρό. Τό ̓ πλενε, τὸ καθάριζε,
τοῦ πέρναγε φύλλα μαρούλι στὰ σύρματα
καὶ μιλοῦσε στὸ πουλί.
-- Ἔλα, ἔλα, χαζοπούλι, τό μάλωνε.
Μετά, γρήγορα - γρήγορα σὰ νά) χε κάνει
κλεψιά, προστατεύοντάς το ἀπὸ τὶς ματιές
τοῦ διαδρόμου, ποὺ πάντοτε πίστευε
πὼς ἐνέξ γευαν, ἔφερνε τὸ κλουβί στὸ δωμάτιό
της κι ἀπὸ 'εἴ στὸ περβάζι.
- Ἔλα, βρέ, τοῦ μιλοῦσε καὶ πάλι φέρνοτας
τὸ κέντημα στὴ βεράντα, ἄντε νὰ σ ̓
ἀκούσουμε λοιπόν. Ανοιξε τὸ στόμα, κάνε
κόρτε στὴν ἀπέναντι, βρέ μπουνταλά...
Τὸ πουλί δὲ φαινόταν νά ̓χει συνηθίσει ἀ-
κόμα αὐτὴ τὴν κουβέντα τῆς προϊσταμένης,
ποὺ γινόταν, ποιὸς ξέρει πόσον καιρό
τώρα. Πηγαινοερχόταν πηδώντας τὰ καλαμάκια
κι ἔστρεφε τὸ κεφάλι δεξιὰ - ζερβὰ
γεμᾶτο ὑποψία. Μιὸ τσιμποῦσε τὸ καναβοῦρι,
μιὰ τὸ φύλλο δίπλα του. Μὰ τὸ
μυαλό του ἐκεῖ, νὰ γαντζώνεται στὰ σύρματα
ἀπελπισμένα καὶ νὰ τροχίζει τὴ μύτη
του ἀνάμεσά τους. Αὐτὸ ἀπέλπιζε τὴν
προϊσταμένη.
---Ὅλο νὰ φύγεις πολεμᾶς, κουτέ, κουτεντέ,
τοῦ μιλοῦσε τότε θυμωμένη. Ποῦ θὰ
πᾶς, βρέ; Σὲ λίγο θ ̓ ἀρχίσει ὁ χειμώνας καὶ
θὰ χιονίζει ἔξω, κακομοίρη. Ξέρεις, μωρέ,
τί κρύο θὰ κάνει καὶ τί παγωνιά; Δὲ σ ̓ ἀφήνω,
γιατὶ θὰ ψοφήσεις ἕξω, νὰ τὸ ξέρεις...
Βρῆκες ἐδῶ φαΐ, βρῆκες ἐμένα νὰ σὲ φροντίζω,
τί ἄλλο θέλεις; ̓Αλλὰ μήπως μπορεῖς
νὰ ἐκτιμήσεις κι ἐσὺ τίποτα; Ποῦ νὰ καταλάβεις
ἐσὺ ἀπὸ τέτοια, χαζοπούλι...
Ὃ φλῶρος ὅλα τὰ ἀπογέματα ἐκείνου
τοῦ φθινόπωρου, ποὺ πέρναγαν τὰ πουλιὰ
κοπάδια - κοπάδια πάνω ἀπὸ τὸ Νοσοκομεῖο
καὶ τὸ μικρό του κῆπο μὲ τὰ πλατάνια,
χάλαγε τὸν κόσμο. Κοίταζε τὰ κοπάδια
νὰ περνοῦν ἀπὸ πάνω του καὶ νὰ φεύγοῦν,
καὶ πέθαινε νὰ τὰ κρατήσει κελατδώντας.
”Αλλαζε τὴ φωνή, ἔκανε τρίλιες,
τὰ καλοῦσε μὲ ἐκεῖνο τὸ χαρακτηριστικό
του σφύριγμα, τὸ ἐρωτικό, ποὺ κάνει μὲ τὸ
βουητὸ ποὺ κάνει ὁ ἀέρας περνώντας μέσα
ἀπὸ ξερὲς καλαμιές. ταν ἀνήσυχος ὅλο
ἐκεῖνο τὸ φθινόπωρο καὶ τὸ στῆθος του ἔτρεμε
νὰ σπάσει ἀπὸ τὸ κελάηδημα.
Κάτι πουλιὰ ξεμοναχιασμένα ποὺ τὸν ἄκουγαν,
σταματοῦσαν στὶς κορφὲς τῶν γύρω
δέντρων κι ἀπὸ κεῖ γινόταν ἕνας διάλογος
γεμᾶτος παρακάλια, ἀπελπισμένος, ὥσπου
νὰ τὰ φοβίσει κάτι ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ
νὰ φύγουν. Κάποιος θόρυβος ἤ κάποια κίνηση
ἀνάμεσα στὰ δέντρα τοῦ κήπου -πολὺ
συχνὰ τώρα τελευταῖα -- σούρουπο
συνήθως.
Ἡ προϊσταμένη πολλὲς φορὲς εἶχε σκύ-