ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

52ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2789 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η προϊσταμένη — ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ, ΜΙΧΑΛΗΣ
    ἀρχή: σελ. 2789 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 52

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ἢ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ΤΟΥ Ἅ. . ΜΙΧΑΛΗΣ ΔΕΛΗΣΑΒΒΑΣ Ἢ προϊσταμένη Καλοκαίρι, κοντὰ στὸ φθινόπωρο, μᾶς εἶχε στείλει ἡ ὑπηρεσία στὸ Νοσοκομεῖο τῆς ἐπαρχιακῆς πόλης Θ. Ἐκεῖ γνωρίσαμε τὴν προϊσταμένη. Ξένοι ἐμεῖς ἐκεῖ καὶ προ- σώρινοί, ἐνῶ ἐκείνη παλιά. Μέναμε ὅλοι μαζί στὸν ξενῶνα τοῦ Νοσοκομείου, ἕνα διόροφο χτήριο μὲ κῆπο καὶ δέντρα, χτι- σμένο στὴν αὐλή του, πλάϊ στοὺς θαλά- μους. Δίπλα - δίπλα τὰ δωμάτιά μας --- θα- λάμους τὰ λέγαμε καὶ αὐτά. Καὶ σὰν προ- σωρινοὶ καὶ καινούργιοι ὀργανώσαμε ὅπως - ὅπως τὴ ζωή µας; ἐδῶ τὸ κρεβάτι, πλάϊ τὸ κομοδῖνο, ἐκεῖ τὸ τραπέζι, ἕνα καμινέττο, μιὰ στίβα βιβλία στὸ ντουλάπι. Γιὰ ὅλα εἷ- χε φροντίσει ἡ προϊσταμένη μὲ φωνὲς πολ- λές --- στριµµένη τὴν ἔλεγαν, μὰ δὲν ἦταν - κι ἀκόμα πιὸ πολλὲς διαταγές. “Ὅταν καταλάγιασαν κάποτε ὅλα τοῦτα, κάναμε παρέα, ἀπόγευμα - βράδυ, ἐμεῖς κι ἐκείνη καὶ ἀνταλάξαμε ἐπισκέψεις μὲ τὴν εὐκολία ποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς συνδέει ἡ ἀναγκαστικὴ μοναξιά. Ἔτσι πα- ρακολουθήσαμε ἀπὸ κοντὰ τὴ ζωή της καὶ κάποιες ἄλλες λεπτομέρειες ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Νοσοκομείου ἐκεῖνο τὸ φθινόπωρο. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, ὅταν δὲν εἶχε ὑπηρε- σία, ἡ προϊσταμένη τάϊζε τὸ φλῶρο της. Ἔπαιρνε τὸ κλουβί του ἀπὸ τὸ περβάζι τοῦ παράθυροῦ της, ὅπου τὄβαζε κάθε πρωΐ, καὶ τό) φερνε νυχοπατώντας ἀπὸ τὸ διά- δροµα στὸ λουτρό. Τό᾽ πλενε, τὸ καθάριζε, τοῦ πέρναγε φύλλα μαρούλι στὰ σύρματα καὶ μιλοῦσε στὸ πουλί. -- Ἔλα, ἔλα, χαζοπούλι, τό µάλωνε. Μετά, γρήγορα - γρήγορα σὰ νά) χε κά- νει κλεψιά, προστατεύοντάς το ἀπὸ τὶς µα- τιές τοῦ διαδρόµου, ποὺ πάντοτε πίστευε πὼς ἐνέξ γευαν, ἔφερνε τὸ κλουβί στὸ δω- µάτιό της κι ἀπὸ 'εἴ στὸ περβάζι. - Ἔλα, βρέ, τοῦ μιλοῦσε καὶ πάλι φέρ- νοτας τὸ κέντημα στὴ βεράντα, ἄντε νὰ σ᾽ ἀκούσουμε λοιπόν. Ανοιξε τὸ στόμα, κά- νε κόρτε στὴν ἀπέναντι, βρέ μπουνταλά... Τὸ πουλί δὲ φαινόταν νά ᾿χει συνηθίσει ἀ- κόμα αὐτὴ τὴν κουβέντα τῆς προϊσταμέ- νης, ποὺ γινόταν, ποιὸς ξέρει πόσον καιρό τώρα. Πηγαινοερχόταν πηδώντας τὰ κα- λαμάκια κι ἔστρεφε τὸ κεφάλι δεξιὰ - ζερ- βὰ γεμᾶτο ὑποψία. Μιὸ τσιμποῦσε τὸ κα- ναβοῦρι, μιὰ τὸ φύλλο δίπλα του. Μὰ τὸ μυαλό του ἐκεῖ, νὰ γαντζώνεται στὰ σύρ- ματα ἀπελπισμένα καὶ νὰ τροχίζει τὴ μύτη του ἀνάμεσά τους. Αὐτὸ ἀπέλπιζε τὴν προϊσταμένη. ---Ὅλο νὰ φύγεις πολεμᾶς, κουτέ, κου- τεντέ, τοῦ μιλοῦσε τότε θυμωμένη. Ποῦ θὰ πᾶς, βρέ; Σὲ λίγο θ᾽ ἀρχίσει ὁ χειμώνας καὶ θὰ χιονίζει ἔξω, κακομοίρη. Ξέρεις, μωρέ, τί κρύο θὰ κάνει καὶ τί παγωνιά; Δὲ σ᾽ ἀφή- νω, γιατὶ θὰ ψοφήσεις ἕξω, νὰ τὸ ξέρεις... Βρῆκες ἐδῶ φαΐ, βρῆκες ἐμένα νὰ σὲ φρον- τίζω, τί ἄλλο θέλεις; ᾿Αλλὰ μήπως μπορεῖς νὰ ἐκτιμήσεις κι ἐσὺ τίποτα; Ποῦ νὰ κατα- λάβεις ἐσὺ ἀπὸ τέτοια, χαζοπούλι... Ὃ φλῶρος ὅλα τὰ ἀπογέματα ἐκείνου τοῦ φθινόπωρου, ποὺ πέρναγαν τὰ πουλιὰ κοπάδια - κοπάδια πάνω ἀπὸ τὸ Νοσοκο- μεῖο καὶ τὸ μικρό του κῆπο μὲ τὰ πλατά- νια, χάλαγε τὸν κόσμο. Κοίταζε τὰ κοπά- δια νὰ περνοῦν ἀπὸ πάνω του καὶ νὰ φεύ- γοῦν, καὶ πέθαινε νὰ τὰ κρατήσει κελατ- δώντας. ”Αλλαζε τὴ φωνή, ἔκανε τρίλιες, τὰ καλοῦσε μὲ ἐκεῖνο τὸ χαρακτηριστικό του σφύριγμα, τὸ ἐρωτικό, ποὺ κάνει μὲ τὸ βουητὸ ποὺ κάνει ὁ ἀέρας περνώντας μέσα ἀπὸ ξερὲς καλαμιές. ταν ἀνήσυχος ὅλο ἐκεῖνο τὸ φθινόπωρο καὶ τὸ στῆθος του ἔ- τρεμε νὰ σπάσει ἀπὸ τὸ κελάηδημα. Κάτι πουλιὰ ξεμοναχιασμένα ποὺ τὸν ἄ- κουγαν, σταματοῦσαν στὶς κορφὲς τῶν γύ- ρω δέντρων κι ἀπὸ κεῖ γινόταν ἕνας διάλο- γος γεμᾶτος παρακάλια, ἀπελπισμένος, ὥ- σπου νὰ τὰ φοβίσει κάτι ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ φύγουν. Κάποιος θόρυβος ἤ κάποια κί- νηση ἀνάμεσα στὰ δέντρα τοῦ κήπου -- πολὺ συχνὰ τώρα τελευταῖα -- σούρουπο συνήθως. Ἡ προϊσταμένη πολλὲς φορὲς εἶχε σκύ-
← καθαρισμένο κείμενο