ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

53ΜΑΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2910 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
29 ἀπό 63
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Ίνκα — ΔΕΦΝΕΡ, ΟΘΩΝ
    ἀρχή: σελ. 2910 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 53

Κείμενο φύλλου

“ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ἡ . ΤΟΥ Ἅ. ̓ ΟΘΩΝ Μ. ΔΕΦΝΕΡ Ὃ Ἵνκα ψυχή μου σὲ λαχταροῦσε περισσότερο ἀπ ̓ ὅ,τι τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἥλιου ἤ τὰ δάκρυα τῆς σελήνης, τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι τῆς Αὐτοκρατορίας μας, τῶν Τεσσάρων Τετάρτῶν τοῦ Κόσμου. ΕΣ Σοὔδειχνα τοὺς κατανυκτικοὺς ἀστερισμοὺς πάνω στὸ στερέωμα ἐξηγώντας σου τὰ ὀνόματά τους. Σοὔλεγα: «Δὲς πόσο θολοὶ εἶναι!». Νόμιζες πὼς εἶχα μεθύσει, καὶ καθὼς καθόσουνα δίπλα μου, κόλλησες γυρίζοντας τὸ σῶμα σου στὸ δικό μου. Δὲν εἶχα μεθύσει, κι ἄς εἶχα πιεῖ πάρα πολύ. Κοιτοῦσα σὰ μαγεμένος τὰ κατάμαυρα κύματα μπρὸς ἀπ ̓ τὸ ἀνάκτορο, μόλις νὰ διακρίνονται μὲ τὴν ἀστροφεγγιά, καὶ πνιγόμουνα μέσα τους. Μιὰ γλυκειὰ λιποθυμία μὲ κυρίεψε, σὰν ἔβαλες τὸ χέρι σοὺ στὸν ὦμο μου. Μοῦ πέρασες ἕνα χρυσαφένιο στεφάνι στὸ κεφάλι μου, καὶ ἀνατρίχιασα. Δὲν ἤθελα νὰ σταματήσει ποτὲ ἡ στιγμὴ αὐτή, γιατὶ ἄξιζε μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Μοῦ μίλησες: «Ασε τὸν κόσμο ἔξω, ἀγαπημένε! Αὐτὸ ποὺ μετράει εἶν ̓ ἡ ἀγάπη μας, κ ̓ ἡ ὥρα τούτὴ φτιαγμένη γιὰ ἐκείνην. Στὴν καρδιὰ τοῦ διάφανου κρύσταλλου τῆς ἀγάπης δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀπάντηση, οὔτε ἐρώτηση. Θὰ γίνεις αὐτοκράτορας τῶν Ἴνκας, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι τὸ ὑποπόδιόν σου...!». «Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ σὲ χρησιμοποιήσει σὰν ὑποπόδιο, δὲ θὰ εἶναι κατάλληλος νὰ κυβερνήσει τοὺς Ίνκας», χαμογέλασα. Καὶ ἀκούμπησα τὸ χέρι μου στὸ ἁπαλό σου μάγουλο, σὰ μμισοζαλισμένος ποὺ προσπαθεῖ νὰ κρατηθεῖ, ζητώντας τὸ ἡλιοχάραμα ποτὲ νὰ μὴ φανεῖ. Ἐγώ, ὁ Τούπα Ἴνκα Γιουπάνκι ---αΑὐτὸς ποὺ Δὲν Ξεχνιέται»--- εἶχα τὴν τύχη στοὺς κήπους τοῦ κλεισμένου γιὰ πάντα πιὰ παλατιοῦ τῶν ”Ανδεων, μιὰ νύχτα χωρὶς φεγγάρι, νὰ μὲ ἀγκαλιάσει ἡ γοητευτικὴ ἀδερφή μου, ̓Ορεχόνα. Ἢ ζωή μας μετὰ κύλησε γεμάτη ἀπὸ τὶς φωτεινὲς ἀχτίδες τοῦ Βιρακότσα, πάνω στὸ θρόνο τοῦ Σακσαουαμὰν ἤ πάνω στὶς ἄχραντες κορφὲς τοῦ Μάκτσου - Πίκτσου... Βράδυ στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Τιτικάκα, τῆς λίμνης τοῦ θανάτου, ποὺ θὰ μᾶς δεχτεῖ ὅλους κάποτε. Βρισκόμαστε στὰ πιὸ ὅμορφα καλοκαιρινὰ ἀνάκτορα, χτισμένα γιὰ τὸν πατέρα μου, τὸν Αὐτοκράτορα, κλειδωμένα στὴ φιλικὴ ἀγκαλιὰ τῶν βουνῶν ἀνάμεσα σὲ ἄλση καὶ δροσερὰ περιβόλια, ποὺ ἡ μεθυστικὴ εὐωδιὰ τους ἀποκοίμιζε τὶς αἰσθήσεις σὲ ἡδονικὴ ἀνάπαυση' τὰ περισσότερα φυτεμένα ἀπ ̓ τὸν ἴδιο τὸν πατέρα μου. Κάτω ἀπὸ τὸ σελάγισμα τῶν ἀστεριῶν ὅλα ἤτανε εἰρηνικά, μακριὰ ἀπὸ τὸν πυρετὸ τῆς μάχης, ποὺ τόσο μισοῦσα, μὰ τόσο πολὺ γνώρισα. Μονάχοι οἱ δυό μας. Ὃ οὐρανὸς σιμὰ στὴ γῆ: μὲ τὰ φθονερά του χέρια λὲς καὶ θἄκοβε κανεὶς σὰν ἀσπρολούλουδα τ ̓ ἀστέρια. «Φυσάει ἄνεμος», σοῦ εἶπα. «Ο ἄνεμος φυσάει πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας», μοῦ ψιθύρισες. «:ΩὩραῖος στίχος γιὰ ποίημα». «Ἕνα ποίημα '"Ὀλλαντάῦ”»! ἀναφώνησα. ̓Απὸ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου ποὺ κατάγραφα μὲ κιποὺ γιὰ ἕναν ἀνδρεῖο στρατηγὸ χαμηλῆς καταγωγῆς, ποὺ ὁ πατέρας μου τιμώρησε σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ἐπειδὴ ἐ“ρωτεύτηκε σὰν καὶ μένα μιὰ πριγκήπισσα, ποὺ τὸ ὄνομά της σήμαινε «Εὐτυχισμένο "Αστρο». Καὶ ποὺ ἐγὼ ἀργότερα συγχώρησα χαρίζοντάς του τὴ ζωή, τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ἀντιβασιλεία τοῦ Κοῦσκο, ἀρχίζοντας μιὰ καινούργια ἐποχή, ἐξορίζοντας τὴ λύπη κι ἀνανεώνοντας τὴ χαρά. ̓Αλλὰ αὖτὰ ἔγιναν πολὺ μετά. Σήμερα ὅμως τὰ ψυχρά μου χείλη διψοῦσαν γιὰ τὰ χείλη σου, παρὰ γιὰ τὴν ἀστραφτερὴ κίκα, ποὺ βρισκόταν πλάι μου. Ἂλλὰ δὲν τολμοῦσαν ν ̓ ἀγγίξουν οὔτε τὰ μπλὲ - σκοῦρα σου μαλλιά, μακριὰ κι ἀρωματισμένα μὲ μύρα, ποὺ πολλοὶ γενναῖοι πολεμιστὲς πέθαναν, γιὰ νὰ τὰ φέρουν ἀπὸ τὴ χώρα τοῦ μεγάλου ποταμοῦ. Δὲν μποροῦσα νὰ σὲ φιλήσω, ὅπως ἣ καρδιά σου μοῦ τὸ ζήταγε. Γιατὶ ἤσουν ἣ Πριγκήπισσα τοῦ θρόνου, καὶ ὅποιος σὲ παντρευότανε θὰ φοροῦσε τὰ φτερὰ τοῦ κορακουένκε, σύμβολου τῆς ἐξουσίας τῶν Ἴνκας... “Ὅμως ἣ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →