ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

53ΜΑΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 2910 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
29 ἀπό 63
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Ίνκα — ΔΕΦΝΕΡ, ΟΘΩΝ
    ἀρχή: σελ. 2910 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 53

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

“ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΉΓΗΜΑ ἡ ᾿ ΤΟΥ Ἅ. . ΟΘΩΝ Μ. ΔΕΦΝΕΡ Ὃ Ἵνκα Βράδυ στὶς ὄχθες τῆς λίμνης Τιτικάκα, τῆς λίμνης τοῦ θανάτου, ποὺ θὰ μᾶς δεχτεῖ ὅλους κάποτε. Βρισκόμαστε στὰ πιὸ ὅμορ- φα καλοκαιρινὰ ἀνάκτορα, χτισμένα γιὰ τὸν πατέρα µου, τὸν Αὐτοκράτορα, κλει- δωµένα στὴ φιλικὴ ἀγκαλιὰ τῶν βουνῶν ἀ- νάµεσα σὲ ἄλση καὶ δροσερὰ περιβόλια, ποὺ ἡ μεθυστικὴ εὐωδιὰ τους ἀποκοίμιζε τὶς αἰσθήσεις σὲ ἡδονικὴ ἀνάπαυση' τὰ πε- ρισσότερα φυτεμένα ἀπ᾽ τὸν ἴδιο τὸν πατέ- ρα µου. Κάτω ἀπὸ τὸ σελάγισμα τῶν ἀστε- ριῶν ὅλα ἤτανε εἰρηνικά, μακριὰ ἀπὸ τὸν πυρετὸ τῆς μάχης, ποὺ τόσο μισοῦσα, μὰ τόσο πολὺ γνώρισα. Μονάχοι οἱ δυό µας. Ὃ οὐρανὸς σιμὰ στὴ γῆ: μὲ τὰ φθονερά του χέρια λὲς καὶ θἄκοβε κανεὶς σὰν ἀσπρο- λούλουδα τ᾽ ἀστέρια. «Φυσάει ἄνεμος», σοῦ εἶπα. «Ο ἄνεμος φυσάει πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μας», μοῦ ψιθύρισες. «:ΩὩραῖος στίχος γιὰ ποίημα». «Ἕνα ποίημα '"Ὀλλαντάῦ”»! ἀναφώνη- σα. ᾿Απὸ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου ποὺ κατάγρα- φα μὲ κιποὺ γιὰ ἕναν ἀνδρεῖο στρατηγὸ χα- μηλῆς καταγωγῆς, ποὺ ὁ πατέρας µου τι- μώρησε σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ἐπειδὴ ἐ- “ρωτεύτηκε σὰν καὶ μένα μιὰ πριγκήπισσα, ποὺ τὸ ὄνομά της σήμαινε «Εὐτυχισμένο "Αστρο». Καὶ ποὺ ἐγὼ ἀργότερα συγχώρη- σα χαρίζοντάς του τὴ ζωή, τὴν ἀγάπη του καὶ τὴν ἀντιβασιλεία τοῦ Κοῦσκο, ἀρχίζον- τας μιὰ καινούργια ἐποχή, ἐξορίζοντας τὴ λύπη κι ἀνανεώνοντας τὴ χαρά. ᾿Αλλὰ αὖ- τὰ ἔγιναν πολὺ μετά. Σήμερα ὅμως τὰ ψυχρά µου χείλη διψοῦ- σαν γιὰ τὰ χείλη σου, παρὰ γιὰ τὴν ἀστρα- φτερὴ κίκα, ποὺ βρισκόταν πλάι µου. Ἂλ- λὰ δὲν τολμοῦσαν ν᾽ ἀγγίξουν οὔτε τὰ μπλὲ - σκοῦρα σου μαλλιά, μακριὰ κι ἀρωματι- σμένα μὲ μύρα, ποὺ πολλοὶ γενναῖοι πολε- μιστὲς πέθαναν, γιὰ νὰ τὰ φέρουν ἀπὸ τὴ χώρα τοῦ μεγάλου ποταμοῦ. Δὲν μποροῦ- σα νὰ σὲ φιλήσω, ὅπως ἣ καρδιά σου μοῦ τὸ ζήταγε. Γιατὶ ἤσουν ἣ Πριγκήπισσα τοῦ θρόνου, καὶ ὅποιος σὲ παντρευότανε θὰ φο- ροῦσε τὰ φτερὰ τοῦ κορακουένκε, σύμβο- λου τῆς ἐξουσίας τῶν Ἴνκας... “Ὅμως ἣ ψυχή μου σὲ λαχταροῦσε περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι τὸν ἱδρῶτα τοῦ ἥλιου ἤ τὰ δάκρυα τῆς σελήνης, τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι τῆς Αὐ- τοκρατορίας μας, τῶν Τεσσάρων Τετάρ- τῶν τοῦ Κόσμου. ΕΣ Σοὔδειχνα τοὺς κατανυκτικοὺς ἀστερι- σμοὺς πάνω στὸ στερέωμα ἐξηγώντας σου τὰ ὀνόματά τους. Σοὔλεγα: «Δὲς πόσο θολοὶ εἶναι!». Νόμιζες πὼς εἶχα μεθύσει, καὶ καθὼς καθόσουνα δίπλα µου, κόλλησες γυρίζον- τας τὸ σῶμα σου στὸ δικό µου. Δὲν εἶχα μεθύσει, κι ἄς εἶχα πιεῖ πάρα πολύ. Κοιτοῦ- σα σὰ μαγεμένος τὰ κατάμαυρα κύματα μπρὸς ἀπ᾽ τὸ ἀνάκτορο, μόλις νὰ διακρί- νονται μὲ τὴν ἀστροφεγγιά, καὶ πνιγόμου- να μέσα τους. Μιὰ γλυκειὰ λιποθυμία μὲ κυρίεψε, σὰν ἔβαλες τὸ χέρι σοὺ στὸν ὦμο μου. Μοῦ πέρασες ἕνα χρυσαφένιο στεφάνι στὸ κεφάλι μου, καὶ ἀνατρίχιασα. Δὲν ἤθε- λα νὰ σταματήσει ποτὲ ἡ στιγμὴ αὐτή, για- τὶ ἄξιζε μιὰ ὁλόκληρη ζωή. Μοῦ μίλησες: «Ασε τὸν κόσμο ἔξω, ἀγαπημένε! Αὐτὸ ποὺ μετράει εἶν᾽ ἡ ἀγάπη μας, κ᾿ ἡ ὥρα τού- τὴ φτιαγμένη γιὰ ἐκείνην. Στὴν καρδιὰ τοῦ διάφανου κρύσταλλου τῆς ἀγάπης δὲν ὑ- πάρχει οὔτε ἀπάντηση, οὔτε ἐρώτηση. Θὰ γίνεις αὐτοκράτορας τῶν Ἴνκας, καὶ ἐγὼ θὰ εἶμαι τὸ ὑποπόδιόν σου...!». «Ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ σὲ χρησιμοποιήσει σὰν ὑποπόδιο, δὲ θὰ εἶναι κατάλληλος νὰ κυβερνήσει τοὺς Ίνκας», χαμογέλασα. Καὶ ἀκούμπησα τὸ χέρι µου στὸ ἁπαλό σου μάγουλο, σὰ μµισοζαλισµένος ποὺ προσπα- θεῖ νὰ κρατηθεῖ, ζητώντας τὸ ἡλιοχάραμα ποτὲ νὰ μὴ φανεῖ. Ἐγώ, ὁ Τούπα Ἴνκα Γιουπάνκι ---αΑὐ- τὸς ποὺ Δὲν Ξεχνιέται»--- εἶχα τὴν τύχη στοὺς κήπους τοῦ κλεισμένου γιὰ πάντα πιὰ παλατιοῦ τῶν ”Ανδεων, μιὰ νύχτα χω- ρὶς φεγγάρι, νὰ μὲ ἀγκαλιάσει ἡ γοητευτικὴ ἀδερφή µου, ᾿Ορεχόνα. Ἢ ζωή µας μετὰ κύλησε γεμάτη ἀπὸ τὶς φωτεινὲς ἀχτίδες τοῦ Βιρακότσα, πάνω στὸ θρόνο τοῦ Σακσαουαμὰν ἤ πάνω στὶς ἄχραντες κορφὲς τοῦ Μάκτσου - Πίκτσου...
← καθαρισμένο κείμενο