ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

60ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1986

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 3329 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
66 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Κασσιανός — ΜΠΟΓΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 3329 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 60

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ἢ . ο ΤΟΥ «Δ» ΔΗΜ. ΜΠΟΓΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 'Ο Κασσιανὸς (Εὔθυμο διήγημα) “Ὅλα ἦσαν μιὰ χαρά, μέσα ἐκεῖ στὸν κῆπο τῆς ̓Εδέμ. "Ως τὴν ἡμέρα ποὺ οἱ πρωτόπλαστοι κάμανε τὴν ̓Ἑπανάσταση γιὰ ἕνα μῆλο. Φαίνεται πώς τοῦτος ὁ καρπὸς τὸ εἶχε στὴ φύτρα του, νὰ φέρνει ὅλο συμφορὲς καὶ γκρίνιες. Σὲ θεοὺς καὶ σὲ ἀνθρώπους. Γιὰ ἕνα μῆλο φτάσανε σὲ σκοτωμὸ ἡ ̓Αθηνᾶ, ἡ Ἥρα καὶ ἡ ̓Αφροδίτη, ποιὰ νὰ τὸ πρωτοαρπάξει ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ διαιτητῆ, τοῦ Πάρη, τάζοντάς του λαγοὺς μὲ πετραχείλια, νὰ τὸν ξεγελάσουν. Καὶ ἐκεῖνα τ ̓ ἄλλα μῆλα, τὰ χρυσᾶ, ποὺ ἦταν τὰ προικιὰ τῆς Ἥρας, κάμανε τὸν Ἡρακλῆ νὰ γίνη κλέφτης καὶ λίγο ἔλειψε νὰ τὸν φάει ζωντανὸ ὁ Λάδωνας ὁ ἑκατοκέφσλας, ὅπως λέει ὁ ̓Ησίοδος. Καὶ ἦταν ἕτοιμη ἡ Ἥρα νὰ κάμει σεισμὸ στὸν Ολυμπο, ἂν δὲν τῆς τὰ ξανάδινε ἡ ̓Αθηνᾶ. “Ὅμως, τοῦτο τὸ μῆλο τῆς ̓Εδέμ στάθηκε πολὺ μοιραῖο. ̓Η ἐπανάσταση, γιὰ χάρη του, εἶχε ἀποτέλεσμα νὰ χάσουν τὸν Παράδεισο οἱ πρωτόπλαστοι καὶ νὰ τιμωρηθοῦν γιὰ χρόνια, μακριά, στὴν ... ἐξορία τοῦ ̓Αδάμ! Στὸ τέλος τοὺς λυπήθηκε ὁ Πανάγαθος. ̓Επαναπατρίσθηκαν καὶ ξαναβρῆκαν ὅλα τὰ ἀγαθά τους. Τώρα πιὰ ἡ ζωὴ ἐκεῖ μέσα πῆρε ἄλλη τάξη πραγμάτων. Καθὼς ἄνοιξαν οἱ Πύλες, γέμισε ὁ Παράδεισος ἀνθρώπους. «Τοὺς χωλοὺς καὶ τυφλοὺς εἰσαγάγετε, ἵνα γεμισθεῖ ὁ οἶκος μου», εἶχε ̓πεῖ μιὰ ἡμέρα, ἀπάνω στὴν ὀργή του ὁ Κύριος, ὅταν περίμενε τοὺς καλεσμένους στὸ τραπέζι του, κι ἐκεῖνοι, ἀγρὸν ἠγόρασαν. ̓Αλλὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν μέτρα θεσμικὰ γιὰ νὰ μὴν γίνωνται πλέον ἀνταρσίες, ἔκτροπα καὶ ἐπαναστάσεις. ̓Εποίησε Κράτος, ἐν βραχίονι αὐτοῦ ὁ Κύριος. ̓ Ο Πέτρος διορίστηκε στὴν Πύλη, κλειδοκράτορας. Ὃ ̓Δρχιστράτηγος Μιχαήλ, φρουρός, μὲ τὴν πύρινη ρομφαία του. Ἔβαλαν τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀριστερά. Τὰ ἐρίφια. Νὰ μὴν βλέπουν τὸν Θεό. Δεξιά, οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, οἱ Δοῦλοι τοῦ Θεοῦ. “Οτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται. Τοὺς χώρισαν σὲ τάγματα. ̓Ιεραρχικῶς καὶ κατὰ τὴν ἀξία του ὁ καθένας. ἽΕξι ταξιαρχίες: Απόστολοι, Μάρτυρες καὶ Προφῆται. 'Ἱεράρχαι, ́Οσιοι καὶ Δίκαιοι. Όλοι μὲ τὴν κατοικία τους. ̓Ιδιόκτητη, μὲ ὅλες τὶς ἀνέσεις. ἘΕὐφραινομένων ἡ κατοικία, Παράδεισος. Μόνον ἡ ἕκτη τάξη, οἱ Δίκαιοι, δὲν εἶχαν κατοικίες. Τόσοι πολλοὶ Δίκαιοι. Πῶς νὰ τοὺς βολέψουν;, ἼἜμειναν ὅλοι ἐν σκηναῖς δικαίων. ̓Εκεῖ, ἀνάμεσα στοὺς Δίκαιους, βρέθηκε κάποτε λαθραῖα, παρείσαχτος, καὶ ἕνας... δικηγόρος! Ἔτυχε νὰ λείπει ὁ Μιχαὴλ ἀπὸ τὴν Πύλη. Ξεγέλασε τὸν Πέτρο καὶ τοῦ ἄνοιξε καὶ ἔτσι βρέθηκε μέσα στοὺς Δίκαιους. Ὅμως δὲν βρῆκε ἀδειανὴ σκηνή. Σὲ καμμία δὲν ἤτανε γραμμένο τὸ ὄνομά του. ̓Εκεῖ ποὺ τριγύριζε, ἄστεγος καὶ χασομέρης, βλέπει ἀπὸ μακριὰ μιὰ μεγάλη οἰκοδομή, σὰν μέγαρο. Πλησιάζει. ταν ἕνας μεγαλοπρεπὴς Ναός. Μὲ δύο καμπαναριὰ πανύψηλα. Ἔπεσε τὸ καπέλο του ἀπὸ τὸ κεφάλιτου, καθὼς τὰ κοίταζε ὥς τὴν κορφή. Ῥωτάει κάποιον, «τίνος εἶναι αὐτὸ τὸ κτίριο;» «Τοῦ “Αη-Νικόλαου», τοῦ λένε. Μάρμαρα. Πολυέλαιοι, ὅλο χρυσὸ καὶ ̓Ασῆμι. ̓Εθάμπωσαν τὰ μάτια του ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ τὴν πολυτέλεια. Πιὸ πέρα, ἄλλα μέγαρα: Τοῦ 'Αη-Σπυρίδωνα, ̓Αθανασίου, Βασιλείου, ὅλων τῶν “Ἰεραρχῶν, τῆς τέταρτης σειρᾶς. Χαμηλότερα, σ ̓ ἕνα λειβάδι καταπράσινο, ἐν τόπῳ χλοερῷ, δύο νεαροὶ πανέμορφοι, μὲ χρυσοστολισμένες φορεσιές, κάνανε ἱππασία, μὲ δύο ὡραῖα ἄλογα. Κατακόκκινο τὸ ἕνα.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →