ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

63ΜΑΡΤΙΟΣ 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 3543 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Αρκαδικός κήπος στην Αμερική — ΜΠΑΡΔΗΣ, ΠΑΝΟΣ
    ἀρχή: σελ. 3543 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 63

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ αΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ἢ ο ΤΟΥ «ἂν» ΗΑΝΟΣ ΜΠΑΡΔΗΣ ᾿Αρκαδικὸς κῆπος στὴν ᾽Αμερικὴ / ᾽αντὶ τυπικοῦ διηγήματος, δημοσιεύουμε στὸ τεῦχος αὐτὸ τὴν ἀνέκδοτῃ ζωντανὴ ἀρήγηση ποὺ ἀπέστειλε στὸ «Δαυλό» ἀπὸ τὴν ᾿Αμερικὴ ὁ διαπρεπὴς κοινωνιολόγος καὐιηῤητῆς τοῦ ἀπνεπιστημίου τοῦ Τολέ- ὃο, Οχάιο, ΗΠΑ καὶ ἀρχιεκδότης τῶν διεθνῶν ἐπιθεωρήσεων [πίεγπαίϊίοπαί 50- ΟἰΔ! δείεποθ Κενίεν καὶ Ππίεγπα(ἰοπα] ουγπα!. οπ νοῦ ἤεαθοθὸ ὁρ. Πᾶνος Μπάρδης/. Οἱ «Βραγιὲς» τοῦ Μίμη τοῦ Κου- κουζῆ ἦταν ὄνειρο. Πράγματι, τὸ ὑπέ- ροχο ἄρθρο του μοῦφερε δάκρυα στὰ μάτια!.. Μὰ ὁ Σωκράτης τοῦ χωριοῦ μας, ὁ Μέγας Γιάννης Χούπας, μᾶς ἐνέπνευσε πιό πολὺ ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ Μίμης ἴσως νομίζει. Οἱ βραγιές του δὲν κούρσεψαν μόνο τὴν ἀττική γῆ. Ἔχουν εἰσβάλει ἀκόμη καὶ στὴν ᾿Αμερική! Τὸ σπίτι µου ἀπέχει ἕνα μόνο χιλιόμετρο ἀπ᾿ τὸ Πανεπιστήµιο τοῦ Τοἱεάο. Η αὐλή µου δὲν εἶναι µεγάλη. Μά. παρὰ τὶς ἐπιστημονικές, συγγραφι- κὸς καὶ ἐκδοτικές µου ὁραστηριότητες, νά ἰδῆτε τί ἀδιόρθωτος. τί μανιώδης «αγρότης» ποὺ εἶμαι ἀκόμη! Ποῦ νὰ μ᾽ ἔβλεπε ὁ Ντουντούµῆς, γιὰ νὰ φωνάξῃ: «Μαννούλα μου! Ἕνας Πάνος, δέκα ζευγολάτες τῆς Κερέσοβας!» Καὶ τὰ ἐργαλεῖα µου, μόνο τρία: πελώριος κασμᾶς, μυριόδοντο πριόνι καὶ κυκλώ- ποια ψαλίδια. Τζιουβέρα; Τί τζιουβέρα; Ἢ ἅγια Μάννα μου, ποὺ μὲ γαϊδουρο- φόρτωνε στὴ Χοτοῦζα καὶ στὶς Σελῖνες, μοῦκανε τὴν πλάτη τζιουβέρα τρικού- βερτη --- σὰν τοῦ Λάγιου τοὺς γεροὺς ὤμους (ἂν κι ὁ Λάγιος κι ἐγὼ τότε φορούσαμε «τριβώνια πολύθυρα»). Κι᾿ ἔτσι, τζιουβέρα ἡ πλάτη µου τότε, τζιουβέρα καὶ τώρα. ᾿Ο κήπος-αὐλή µου, λοιπόν, ἔχει μιὰ γιγάντια μουριὰ κι ὀχτὼ ὄμορφα μὴ ὁπωροφόρα δέντρα, στὰ ὁποῖα ἔχω δώσει τὰ ὀνόματα τῶν ἐννέα Μουσῶν. ᾿Επίσης, δεκαπέντε κληματαριὲς --- σὰν τὶς βολίτσες τῆς Πέρα-Μεριᾶς, σἂν τὶς ἀλεποῦδες τῆς ᾿Αχλαδίτσας, σἂν τὰ κεχριµπάρια τοῦ Κοπρινίκου. Καὶ σκαρφαλώνουν ὄλες τους στὰ δέντρα καὶ στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ µου καὶ μὸ κάνουν νὰ τραγουδῶ μὸ πάθος καὶ νοσταλγία: «Αὐλόπορτα βα- ρειά, ποὺ στολίζει ἡ μουριὰ κι ἡ κληματαριά!» Καὶ δὲν ἔχομε µόνο «Τῆς ΄Αγια-Μαρίνας ῥῶγα, τ᾽ ᾿Αγιο-Λιῶς σταφύλι καὶ τῆς Παναγιᾶς κοφίνι». Τὰ σταφύλια µου κοκκινίζουν πιὸ νωρὶς καί μερικὰ διαρκοῦν μέχρι τὸν ᾿Οκτώ- βριο! Μὰ τὸ µεγαλύτερο θαῦμα εἶναι τὰ ὁπωροφόρα δέντρα µου, ποὺ τὰ φύτεψα σἂν ἀκραιφνὴς λάτρης τῆς Πομόνας καὶ τῆς Φλώρας: Μιά κουμπουλιά, μιὰ ῥοδακινιά, δυὸ μηλιές μιὰ κυδωνιά, μιὰ βερυκοκκιά, δυὸ ἀχλαδιὸς (σὰν κι᾿ αὐτὲς στὸ ᾿Αλώνι τοῦ Μπάρδη), δυὸ κορασιὲς (σὰν τοῦ Μπαρμπαγιάννη στὴ Στεριανόβρυση) καὶ (θαῦμα θαυμάτων!) μιὰ μαγικὴ συκιά, ποὺ τὰ σῦκα τῆς στάζουν μέλι μέχρι τὰ μέσα τοῦ Νοεμ- βρίου. (Πρὶν ἔλθουν τὰ χιόνια, χτίζω συρμάτινο πύργο γύρω τῆς, τὸν γεμίζω
← καθαρισμένο κείμενο