ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
63ΜΑΡΤΙΟΣ 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αρκαδικός κήπος στην Αμερική — ΜΠΑΡΔΗΣ, ΠΑΝΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ αΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ἢ
ο ΤΟΥ «ἂν»
ΗΑΝΟΣ ΜΠΑΡΔΗΣ
᾿Αρκαδικὸς κῆπος στὴν ᾽Αμερικὴ
/ ᾽αντὶ τυπικοῦ διηγήματος, δημοσιεύουμε
στὸ τεῦχος αὐτὸ τὴν ἀνέκδοτῃ ζωντανὴ
ἀρήγηση ποὺ ἀπέστειλε στὸ «Δαυλό» ἀπὸ
τὴν ᾿Αμερικὴ ὁ διαπρεπὴς κοινωνιολόγος
καὐιηῤητῆς τοῦ ἀπνεπιστημίου τοῦ Τολέ-
ὃο, Οχάιο, ΗΠΑ καὶ ἀρχιεκδότης τῶν
διεθνῶν ἐπιθεωρήσεων [πίεγπαίϊίοπαί 50-
ΟἰΔ! δείεποθ Κενίεν καὶ Ππίεγπα(ἰοπα]
ουγπα!. οπ νοῦ ἤεαθοθὸ ὁρ. Πᾶνος
Μπάρδης/.
Οἱ «Βραγιὲς» τοῦ Μίμη τοῦ Κου-
κουζῆ ἦταν ὄνειρο. Πράγματι, τὸ ὑπέ-
ροχο ἄρθρο του μοῦφερε δάκρυα στὰ
μάτια!..
Μὰ ὁ Σωκράτης τοῦ χωριοῦ μας, ὁ
Μέγας Γιάννης Χούπας, μᾶς ἐνέπνευσε
πιό πολὺ ἀπ᾿ ὅ,τι ὁ Μίμης ἴσως
νομίζει. Οἱ βραγιές του δὲν κούρσεψαν
μόνο τὴν ἀττική γῆ. Ἔχουν εἰσβάλει
ἀκόμη καὶ στὴν ᾿Αμερική!
Τὸ σπίτι µου ἀπέχει ἕνα μόνο
χιλιόμετρο ἀπ᾿ τὸ Πανεπιστήµιο τοῦ
Τοἱεάο. Η αὐλή µου δὲν εἶναι µεγάλη.
Μά. παρὰ τὶς ἐπιστημονικές, συγγραφι-
κὸς καὶ ἐκδοτικές µου ὁραστηριότητες,
νά ἰδῆτε τί ἀδιόρθωτος. τί μανιώδης
«αγρότης» ποὺ εἶμαι ἀκόμη! Ποῦ νὰ μ᾽
ἔβλεπε ὁ Ντουντούµῆς, γιὰ νὰ φωνάξῃ:
«Μαννούλα μου! Ἕνας Πάνος, δέκα
ζευγολάτες τῆς Κερέσοβας!» Καὶ τὰ
ἐργαλεῖα µου, μόνο τρία: πελώριος
κασμᾶς, μυριόδοντο πριόνι καὶ κυκλώ-
ποια ψαλίδια. Τζιουβέρα; Τί τζιουβέρα;
Ἢ ἅγια Μάννα μου, ποὺ μὲ γαϊδουρο-
φόρτωνε στὴ Χοτοῦζα καὶ στὶς Σελῖνες,
μοῦκανε τὴν πλάτη τζιουβέρα τρικού-
βερτη --- σὰν τοῦ Λάγιου τοὺς γεροὺς
ὤμους (ἂν κι ὁ Λάγιος κι ἐγὼ τότε
φορούσαμε «τριβώνια πολύθυρα»). Κι᾿
ἔτσι, τζιουβέρα ἡ πλάτη µου τότε,
τζιουβέρα καὶ τώρα.
᾿Ο κήπος-αὐλή µου, λοιπόν, ἔχει μιὰ
γιγάντια μουριὰ κι ὀχτὼ ὄμορφα μὴ
ὁπωροφόρα δέντρα, στὰ ὁποῖα ἔχω
δώσει τὰ ὀνόματα τῶν ἐννέα Μουσῶν.
᾿Επίσης, δεκαπέντε κληματαριὲς ---
σὰν τὶς βολίτσες τῆς Πέρα-Μεριᾶς,
σἂν τὶς ἀλεποῦδες τῆς ᾿Αχλαδίτσας,
σἂν τὰ κεχριµπάρια τοῦ Κοπρινίκου.
Καὶ σκαρφαλώνουν ὄλες τους στὰ
δέντρα καὶ στὴν εἴσοδο τοῦ σπιτιοῦ
µου καὶ μὸ κάνουν νὰ τραγουδῶ μὸ
πάθος καὶ νοσταλγία: «Αὐλόπορτα βα-
ρειά, ποὺ στολίζει ἡ μουριὰ κι ἡ
κληματαριά!» Καὶ δὲν ἔχομε µόνο «Τῆς
΄Αγια-Μαρίνας ῥῶγα, τ᾽ ᾿Αγιο-Λιῶς
σταφύλι καὶ τῆς Παναγιᾶς κοφίνι». Τὰ
σταφύλια µου κοκκινίζουν πιὸ νωρὶς
καί μερικὰ διαρκοῦν μέχρι τὸν ᾿Οκτώ-
βριο!
Μὰ τὸ µεγαλύτερο θαῦμα εἶναι τὰ
ὁπωροφόρα δέντρα µου, ποὺ τὰ φύτεψα
σἂν ἀκραιφνὴς λάτρης τῆς Πομόνας
καὶ τῆς Φλώρας: Μιά κουμπουλιά, μιὰ
ῥοδακινιά, δυὸ μηλιές μιὰ κυδωνιά, μιὰ
βερυκοκκιά, δυὸ ἀχλαδιὸς (σὰν κι᾿
αὐτὲς στὸ ᾿Αλώνι τοῦ Μπάρδη), δυὸ
κορασιὲς (σὰν τοῦ Μπαρμπαγιάννη στὴ
Στεριανόβρυση) καὶ (θαῦμα θαυμάτων!)
μιὰ μαγικὴ συκιά, ποὺ τὰ σῦκα τῆς
στάζουν μέλι μέχρι τὰ μέσα τοῦ Νοεμ-
βρίου. (Πρὶν ἔλθουν τὰ χιόνια, χτίζω
συρμάτινο πύργο γύρω τῆς, τὸν γεμίζω