ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

64ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 3602 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
49 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο καπετάν Αβόλας — ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ, Ν.
    ἀρχή: σελ. 3602 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 64

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ου ΤΟΥ «ἀν Ν. ΚΕΧΑΓΙΑΣ -- ΝΑΙΘΩΝΑΣ 'Ο καπετὰν ̓Αβόλας -- Δέσε τὴ γλώσσα σου, Κωστιό, τοῦ εἶπε ̓ ἀπότομα ὁ Γιούλιος, ἴσως γιὰ πρώτη φορὰ στὰ τόσα χρόνια ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸ Καβαλτεμάρη. Τὸ Κωστιὸ τοῦριξε μιὰ παραπονετικὴ ματιὰ καὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτὰ τοῦ ἀμπαριοῦ κατέβηκε στὸ μαγειρεῖο του. Τὸ Κωστιό ἦταν παλιὸς καὶ καλὸς βουτηχτής. Κοντὸς καὶ βαθιὰ μελαχροινός, ξερακιανὸς καὶ πολὺ λιγνός, σχεδὸν ρυτιδωμένος, μὲ πυρρὰ μάτια, πάντα ὑγρόρροα καὶ ὀνειροπόλα, ἔμοιαζε μὲ τὴ σκυφτὴ πενία, ποὺ τριγυρνᾶ στὰ καλντερίμια γιὰ λίγο οἶκτο. Ναί, αὐτὸς ὁ περήφανος βουτηχτής, ὁ γεμᾶτος ἀνθρωπιὰ καὶ καλοσύνη, τώρα πληγωμένος κατέβαινε στὸ ἀμπάρι, στὸ μαγειρεῖο του. Τοῦ στοίχισε πολὺ ὁ ἀπότομος λόγος τοῦ Γιούλιου. ́Ἔκλαψε ἄλλη μιὰ φορά ἐκεῖ κάτω στὰ σκοτεινὰ τοῦ ἀμπαριοῦ μόνος, ὅπως μιὰ φορά κι ἕναν καιρό, τότες στὰ λιμάνια τῆς Τρ ́πολης καὶ στὶς ἀφιλόξενες παραλίες τῆς ὑποδέχτρας τοῦ θανάτου, τῆς Λιβυκῆς Σύρτης. Ἴσως νάναι σωστό, πὼς ὁ λυγμός, ὁ ἐσώψυχος, γιατρεύει τὸν πονεμένο, καθὼς τὸ δάκρυ σπογγίζει ἀπὸ τὰ ρυτιδωμένα μάγουλά του τὶς πικρὲς ἀναμνήσεις, ἴσως νάναι καὶ ἡ μόνη διέξοδος τοῦ ἀδύναμου, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο βότανο παρὰ τὸν πόνο καὶ τὸ δάκρυ γιὰ καιρούς, ποὺ σημάδεψαν τὴ ζωή του, γιὰ κακίες, ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ μείνει ἄνθρωπος, ἔστω κι ̓ ἄν πλήρωσε τὴν ἀνθρωπιὰ του μὲ τὴν ἀπότομη προσταγή τοῦ Γιούλιου, ἔστω κι ἄν ζοῦσε στὴ σκιὰ τῆς ἀγάπης τοῦ Καπετάν Γρηγοράκη. Κάλλιο νὰ σὲ ζηλεύουν γιὰ τὴν ἀξία σου, παρὰ νὰ σὲ λυποῦνται γιὰ τὸ κατάντημά σου καὶ πιὸ κάλλιο νάσαι στὸ κατάδικό σου κουμάντο, κι ̓ ἄς εἶναι τὸ πιὸ μικρὸ καὶ ἀσήμαντο, φτάνει νάναι δικό σου, νὰ τὸ κουμαντάρεις ὅπως θέλεις, νὰ τὸ παίζεις καὶ νὰ τὸ χάνεις καὶ νὰ τὸ ξαναφτιάχνεις μὲ τὸν ἱδρῶτα σου καὶ τὸν πόνο σου, μὲ τὴ χαρά σου καί τὴν τρέλλα σου. Χίλιες φορές καλύτερα νὰ μὴ σὲ ἀγαπᾶνε οἱ ἄνθρωποι καὶ οὔτε νὰ ἔχεις ἀνάγκη τὴν ἀγάπη τους. Φτάνει μόνο νὰ τοὺς σέβεσαι, ναί, νὰ τοὺς σέβεσαι μόνον καὶ τίποτα περισότερο! Βλέπεις οἱ ἄνθρωποι σὲ κρίνουν ἀπὸ τὴ δουλειά σου καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο ποὺ κρύβεις στὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς σου. ̓Αν εἶσαι καπετάνιος, σὲ προσέχουν γιὰ τὰ γρόσια σου, ἀκόμα κι ἄν εἶσαι σὰν ἐκεῖνον τὸν τρισκατάρατο ̓ Αβόλα. Πολλὲς φορὲς εἶχε διηγηθεῖ τὴν ἱστορία τούτη τὸ περήφανο Κωστιό στοὺς συντροφοναῦτες τοῦ Καβαλτεμάρη, γι ̓ αὐτὸ καὶ ὅλοι τὸν ἐκτιμοῦσαν καὶ πιὸ πολύ, βέβαια, ὁ Καπετάν Νικόλας Γρηγοράκης. Ο ̓Αβόλας εἶχε μερικὲς ὀκάδες περισσότερη πονηρία καὶ μοχθηρία ἀπὸ ὅσην εἶχαν οἱ καπετάνιοι ὅλων τῶν πελάγων καὶ τῶν θαλασσῶν. ἼΑκληρος ἀπὸ τήν τσιγκουνιὰ καὶ τὴν ἀπληστία του, στυγνὸς στοὺς ναῦτες καὶ τοὺς βουτηχτάδες του, ἀσύδοτος στὴν κλοπὴ καὶ τὴν ἀπάτη, πρωτόγνωρος στοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ ἐγκλήματος, ψεύτης στὶς συμφωνίες του καὶ ἐπιτήδειος στὸ νὰ ἀποφεύγει τὰ μπλεξίματα, ἡ ἐνσώματη ἀπάτη τοῦ πέλαγου καὶ ὃ τρόμος τῶν βουτηχτάδων. Καμμιὰ χρονιὰ δὲν εἶχε τοὺς ἴδιους βουτηχτάδες καὶ ποτὲ ἀπὸ τὸ ἴδιο νησί. “Ἢ ἐγκληματική του δράση εἶχε διαδοθεῖ τόσο πολύ, ὥστε κανένας δὲν δεχόταν νὰ δουλέψει στὸ τσοῦρμο του. Πονηρός, ὅμως, καθὼς ήταν, κάθε χρόνο παρουσιάζονταν μὲ διαφορετικὸ ὄνομα, ἄλλοτε σὰν Καπετὰν ̓Ασπρούλης, ἄλλοτε σὰν Καπετὰν Γιώργης καὶ ἄλλοτε μὲ τὰ ὀνόματα γνωστῶν καπετάνιων. Εἶχε καὶ μαζί του μερικοὺς συντροφομπράβους, τοὺς ὁποίους ἔστελλε στὰ νησιὰ γιὰ τὴ σχετικὴ διαφήμιση καὶ τὴ στρατολόγηση ἱκανῶν βουτηχτάδων, ὑποσχόμενος μεγάλες ἁμοιβές, κατοχυρωμένες, μάλιστα, καὶ μὲ συμβόλαια. Τί εἶχε νὰ χάσει ὁ ̓Αβόλας, ἀφοῦ φρόντιζε, ὥστε ποτὲ νὰ μὴν πληρώνει κανένα μὲ τὶς λογῆς πονηρόπραγες παγιδεύσεις τῶν βουτηχτάδων του;
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →