ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
64ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο καπετάν Αβόλας — ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ, Ν.
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ου ΤΟΥ «ἀν
Ν. ΚΕΧΑΓΙΑΣ -- ΝΑΙΘΩΝΑΣ
'Ο καπετὰν ᾿Αβόλας
-- Δέσε τὴ γλώσσα σου, Κωστιό, τοῦ εἶπε᾽
ἀπότομα ὁ Γιούλιος, ἴσως γιὰ πρώτη φορὰ
στὰ τόσα χρόνια ποὺ ὑπηρετοῦσε στὸ
Καβαλτεμάρη. Τὸ Κωστιὸ τοῦριξε μιὰ πα-
ραπονετικὴ ματιὰ καὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρ-
τὰ τοῦ ἀμπαριοῦ κατέβηκε στὸ μαγειρεῖο
του.
Τὸ Κωστιό ἦταν παλιὸς καὶ καλὸς
βουτηχτής. Κοντὸς καὶ βαθιὰ μελαχροινός,
ξερακιανὸς καὶ πολὺ λιγνός, σχεδὸν ρυτι-
δωμένος, μὲ πυρρὰ μάτια, πάντα ὑγρόρροα
καὶ ὀνειροπόλα, ἔμοιαζε μὲ τὴ σκυφτὴ
πενία, ποὺ τριγυρνᾶ στὰ καλντερίμια γιὰ
λίγο οἶκτο. Ναί, αὐτὸς ὁ περήφανος βουτη-
χτής, ὁ γεμᾶτος ἀνθρωπιὰ καὶ καλοσύνη,
τώρα πληγωμένος κατέβαινε στὸ ἀμπάρι,
στὸ μαγειρεῖο του. Τοῦ στοίχισε πολὺ ὁ
ἀπότομος λόγος τοῦ Γιούλιου. ΄Ἔκλαψε
ἄλλη μιὰ φορά ἐκεῖ κάτω στὰ σκοτεινὰ τοῦ
ἀμπαριοῦ μόνος, ὅπως μιὰ φορά κι ἕναν
καιρό, τότες στὰ λιμάνια τῆς Τρ΄πολης καὶ
στὶς ἀφιλόξενες παραλίες τῆς ὑποδέχτρας
τοῦ θανάτου, τῆς Λιβυκῆς Σύρτης. Ἴσως
νάναι σωστό, πὼς ὁ λυγµός, ὁ ἐσώψυχος,
γιατρεύει τὸν πονεμένο, καθὼς τὸ δάκρυ
σπογγίζει ἀπὸ τὰ ρυτιδωµένα μάγουλά του
τὶς πικρὲς ἀναμνήσεις, ἴσως νάναι καὶ ἡ
μόνη διέξοδος τοῦ ἀδύναμου, ποὺ δὲν ἔχει
ἄλλο βότανο παρὰ τὸν πόνο καὶ τὸ δάκρυ
γιὰ καιρούς, ποὺ σημάδεψαν τὴ ζωή του,
γιὰ κακίες, ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ μείνει
ἄνθρωπος, ἔστω κι᾿ ἄν πλήρωσε τὴν ἀνθρω-
πιὰ του μὲ τὴν ἀπότομη προσταγή τοῦ
Γιούλιου, ἔστω κι ἄν ζοῦσε στὴ σκιὰ τῆς
ἀγάπης τοῦ Καπετάν Γρηγοράκη. Κάλλιο
νὰ σὲ ζηλεύουν γιὰ τὴν ἀξία σου, παρὰ νὰ
σὲ λυποῦνται γιὰ τὸ κατάντηµά σου καὶ πιὸ
κάλλιο νάσαι στὸ κατάδικό σου κουμάντο,
κι᾿ ἄς εἶναι τὸ πιὸ μικρὸ καὶ ἀσήμαντο,
φτάνει νάναι δικό σου, νὰ τὸ κουµαντάρεις
ὅπως θέλεις, νὰ τὸ παίζεις καὶ νὰ τὸ χάνεις
καὶ νὰ τὸ ξαναφτιάχνεις μὲ τὸν ἱδρῶτα σου
καὶ τὸν πόνο σου, μὲ τὴ χαρά σου καί τὴν
τρέλλα σου. Χίλιες φορές καλύτερα νὰ μὴ
σὲ ἀγαπᾶνε οἱ ἄνθρωποι καὶ οὔτε νὰ ἔχεις
ἀνάγκη τὴν ἀγάπη τους. Φτάνει µόνο νὰ
τοὺς σέβεσαι, ναί, νὰ τοὺς σέβεσαι µόνον
καὶ τίποτα περισότερο! Βλέπεις οἱ ἄνθρω-
ποι σὲ κρίνουν ἀπὸ τὴ δουλειά σου καὶ ὄχι
ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο ποὺ κρύβεις στὰ κατάβαθα
τῆς ψυχῆς σου. ᾿Αν εἶσαι καπετάνιος, σὲ
προσέχουν γιὰ τὰ γρόσια σου, ἀκόμα κι ἄν
εἶσαι σὰν ἐκεῖνον τὸν τρισκατάρατο ᾿ Αβό-
λα.
Πολλὲς φορὲς εἶχε διηγηθεῖ τὴν ἱστορία
τούτη τὸ περήφανο Κωστιό στοὺς συντρο-
φοναῦτες τοῦ Καβαλτεμάρη, γι᾿ αὐτὸ καὶ
ὅλοι τὸν ἐκτιμοῦσαν καὶ πιὸ πολύ, βέβαια,
ὁ Καπετάν Νικόλας Γρηγοράκης. Ο ᾿Αβό-
λας εἶχε μερικὲς ὀκάδες περισσότερη πονη-
ρία καὶ μοχθηρία ἀπὸ ὅσην εἶχαν οἱ
καπετάνιοι ὅλων τῶν πελάγων καὶ τῶν
θαλασσῶν. ἼΑκληρος ἀπὸ τήν τσιγκουνιὰ
καὶ τὴν ἀπληστία του, στυγνὸς στοὺς
ναῦτες καὶ τοὺς βουτηχτάδες του, ἀσύδοτος
στὴν κλοπὴ καὶ τὴν ἀπάτη, πρωτόγνωρος
στοὺς σχεδιασμοὺς τοῦ ἐγκλήματος, ψεύτης
στὶς συμφωνίες του καὶ ἐπιτήδειος στὸ νὰ
ἀποφεύγει τὰ μπλεξίµατα, ἡ ἐνσώματη ἀπά-
τη τοῦ πέλαγου καὶ ὃ τρόμος τῶν βουτηχτά-
δων. Καμμιὰ χρονιὰ δὲν εἶχε τοὺς ἴδιους
βουτηχτάδες καὶ ποτὲ ἀπὸ τὸ ἴδιο νησί. “Ἢ
ἐγκληματική του δράση εἶχε διαδοθεῖ τόσο
πολύ, ὥστε κανένας δὲν δεχόταν νὰ δουλέ-
ψει στὸ τσοῦρμο του. Πονηρός, ὅμως,
καθὼς ήταν, κάθε χρόνο παρουσιάζονταν μὲ
διαφορετικὸ ὄνομα, ἄλλοτε σὰν Καπετὰν
᾿Ασπρούλης, ἄλλοτε σὰν Καπετὰν Γιώργης
καὶ ἄλλοτε μὲ τὰ ὀνόματα γνωστῶν καπετά-
νιων. Εἶχε καὶ μαζί του μερικοὺς συντροφο-
μπράβους, τοὺς ὁποίους ἔστελλε στὰ νησιὰ
γιὰ τὴ σχετικὴ διαφήμιση καὶ τὴ στρατολό-
γηση ἱκανῶν βουτηχτάδων, ὑποσχόμενος
μεγάλες ἁμοιβές, κατοχυρωμένες, μάλιστα,
καὶ μὲ συμβόλαια. Τί εἶχε νὰ χάσει ὁ
᾿Αβόλας, ἀφοῦ φρόντιζε, ὥστε ποτὲ νὰ μὴν
πληρώνει κανένα μὲ τὶς λογῆς πονηρόπρα-
γες παγιδεύσεις τῶν βουτηχτάδων του;