ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

67ΙΟΥΛΙΟΣ 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 3757 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
12 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Λογοτέχνης: Λειτουργός ή επαγγελματίας — ΘΕΟΦΙΛΟΥ, ΦΑΙΔΩΝΑΣ
    ἀρχή: σελ. 3757 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 67

Κείμενο φύλλου

ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ 3757 τὸν "Ἑβραϊῖο ἀρχιερέα. "Οσοι διάβασαν Δαμόκριτο, ̓Απίωνα, Χαιρήμονα, Μνασέα, Λυσίμαχο, ̓ ̓Απολλώνιο τὸν Μόλωνα, ̓Αγαθαρχίδη τὸν Κνίδιο κ.τ.λ. γνωρίζουν καὶ δὲν δίνουν σημασία στοὺς ἀφορισμοὺς «ψευδεπιγράφων» "Ἑλλήνων. Πιστεύω, κ. Διευθυντά, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρασυρθῆ ὁ ΔΑΥΛΟΣ σὲ θέματα ἔξω ἀπὸ τὴν δημιουργική του προσπάθεια. ̓ Απα- σχοληθῆτε μὲ τὴν ̓ Ελληνικότητα κι ̓ ἀφῆστε τὸν ̓Ιουδαῖσμό. ̓Εμεῖς ἔχουμε τὰ μεγάλα πνεύματα. | Μία ὅμως ἐπιστημονικὴ συζήτηση μὲ θέμα σχέσεις ̓Ελληνισμοῦ-' Εβραϊσμοῦ θὰ εἶχε, πάντως, πολὺ ἐνδιαφέρον... Μὲ τιμὴ ̓Αθανάσιος Λύτρας Λάρισα Λογοτέχνης: Λειτουργὸς ἢ ἐπαγγελματίας ̓Αγαπητέ μου κ. Λάμπρου, Σᾶς παρακαλῶ θερμά, νὰ δημοσιεύσετε τὴν ἐπιστολή μου αὐτὴ σὰν ἀπάντηση στὴν ἀναφορὰ τοῦ κ. Παναγιωτάτου στὸ πρόσωπό μου καὶ ὄχι στὸ γράμμα μου. Ζητῶ συγγνώμη γιὰ τὴν κατάχρηση τοῦ χώρου, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ἄλλη φορὰ τὶς στῆλες σας γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀφοῦ θεωρῶ ὅτι γιὰ μένα λήγει τώρα ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα κάθε ἀπασχόλησή μου μὲ τὸν προαναφερθέντα κύριο. ́Ο κ. Παναγιωτᾶτος ἀντὶ ἀπαντήσεως στίς ξεκάθαρες θέσεις μου στὸ θέμα: «Λογοτέχνης ἀλλὰ τὶ λογῆς: Λειτουργὸς ἤ ἐπαγγελματίας»; σταμάτησε τὸ παραμιλητό του καί ἄρχισε κραυγάζων καὶ κορυβαντιῶν, ἀπογυμνώνων ἑαυτὸν εἰς τὸν ὀρνιθῶνα ποὺ μόλις εἰσῆλθε. Κατὰ σύμπτωση τὰ ἴδια συμβαίνουν καὶ μὲ τὰ κενὰ μεταλλικὰ δοχεῖα: Κάνουν καὶ αὐτὰ ὑπερβολικὸ θόρυβο. Δημόσιο πρόσωπο, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Παναγιωτᾶτος, μαχαίρι καὶ πεπόνι διαθέτων (δημοσιότητα) μπορεῖ νὰ βγάλει βλάκες ἀκόμη καὶ τοὺς ἰδιοφυεῖς! Τόσο εὔκολα λοιπὸν παραδίδει ἑαυτὸν εἰς τὴν γενικὴν θυμηδίαν. Καὶ ἔρχομαι ἐγώ, ὁ τὴν φυλετικὴν ἐλαφρότη-. τα ἔχων καὶ τὴν φρικτὴν ἔλλειψιν, νὰ καταλογίσω στὸν κ. Παναγιωτᾶτο, πλήρη ὄντα (ἐμπαθείας), παραμιλητὸ (ἡ ἀσυνάρτητη ὁμιλία εἶναι λόγια δικὰ του προερχόμενα πιθανῶς ἀπὸ ἕνα ὑπολανθάνον «γνῶθι σαὐτόν»), νὰ καταλογίσω λοιπὸν παραμιλητὸ σὲ κεῖνον ποὺ συνειδητοποιεῖ, ἀναλύει, διατάσσει καὶ λύνει τὸ πρόβλημα, δημιουργώντας συγχρόνως στὸν ἑαυτό του πρόβλημα προσαρμογῆς στὴ στοιχειώδη λογική. ̓Ανασκεύασα τὰ οὐσιωδέστερα σημεῖα τοῦ ἄρθρου του καὶ ἔθεσα ἐρωτήματα, γιὰ νὰ μὲ ρωτᾶ ἀκόμα ὁ κ. Παναγιωτᾶτος, ποιὲς φράσεις του μοῦ ξυνίζουν. Μ ̓ ἐνδιαφέρει ἡ σκέψη, ποὺ ξεπηδᾶ μέσα ἀπὸ τὴ φράση. Μὲ τὸ ξύνισμα ἄς ἀσχοληθεῖ ὁ κ. Παναγιωτᾶτος, μὴ καὶ τοῦ κόψει ὁ ἀφρὸς τοῦ πνεύματός του. “ὥστε ἔτσι ἔ; ̓Αποφαίνεσθε λοιπόν, κ. Παναγιωτᾶτο, ὅτι «Τώρα βλέπω ἤδη τὶ τρομερὸ πρᾶγμα εἶναι ἡ πέραν τῆς λογοτεχνίας δημοσιότης ποὺ εἶναι ἰδιωτικὸ σας χωράφι». Ε βέβαια, μετὰ ἀπὸ τέτοια ἀπάντηση ποὺ μοῦ γράψατε.... Σκεφθήκατε ποτὲ ἄραγε, κύριε, ὅτι οἱ σοφιστεῖες, οἱ ἐξυπναδίτσες, οἱ ὕβρεις καὶ οἱ δῆθεν σαρκασμοὶ εἶναι ὁ πιὸ εὔκολος δρόμος; μήπως ἔχετε . τὴν ἐντύπωση πώς ὅλα αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα ποὺ σᾶς δίνουν τὸν τὶτλο τοῦ δεινοῦ χειριστοῦ τοῦ λόγου; Γιατὶ ἔχω καὶ μιὰ γειτόνισσα μὲ τὰ ἴδια στοιχεῖα, ποὺ πιστεύει ὅτι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βάλει μαζὶ της. Νομίζετε λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ φοβοῦμαι ὅσους μὲ βρίζουν; Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἄποψη. ́Ο μεσαίωνας λοιπὸν δὲν πέθανε. ́Οσο γιὰ τὸν λεκτικό σας τραμπουκισμό, κ. Παναγιωτᾶτο, στὸ γήπεδο. Στὸ γήπεδο. ̓Εκεῖ ἀνθίζουν οἱ λεκτικοί τραμπουκισμοὶ. Καὶ ἄλλοι. Ἢ μόνη συμπάθεια πού μοῦ ἀπέμεινε στὸ πρόσωπό σας μετὰ τὴν ὑβριστικὴ ἀπάντηση ποὺ μοῦ γράψατε, εἶναι συμπάθεια γιὰ τὴν ἀνασφάλεια καὶ τὸ φόβο σας, ποὺ ντύνεται τὸ ἔνδυμα τῆς ἐπιθετικότητας γιὰ νὰ ξεγελάσει. ̓Η συμπάθεια γιὰ τὴν ἀδυναμία σας ξεπερνᾶ τὶς δυνατότητές σὰς νὰ ἀπαντήσετε στὰ ἐρωτήματα ποὺ σᾶς θέτονται. Κ. Διευθυντά. ̓Ο συνεργάτης σας ἔχει τἠὴγνώμη πώς δὲν θὰ ξανακάνω. (Νά ξαναπῶ τὴ γνώμη μου διαφωνώντας,γιατὶ δὲν ἔχω τὰ φόντα νὰ παραβγῶ μαζί του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ Φόντα νὰ διαφωνῶ). Νά σᾶς πῶ, καλὸ εἶναι νὰ ἐλπίζει κανεὶς. ὍΟχι ὅμως τόσο πολύ. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ πώς λυπήθηκα γιὰ τίς ὕβρεις καὶ τοὺς ἀήθεις χαρακτηρισμούς του, ἀφοῦ σὰν προϊόντα τῆς ἐμπάθειας, τῆς κακότητας καὶ τῆς μικρότητάς του ἀποτελοῦν τὸ μόνιμό του ἔνδυμα. Λυπήθηκα ὅμως, ἐπειδὴ τοῦ ἔδωσα τὴ σημασία ποὺ δὲν ἔχει. “ὥστε λοιπὸν, κ. Παναγιωτᾶτο, μοῦ συστήνετε, ἄν προτίθεμαι παρὰ ταῦτα νὰ ἐπανέλθω (ποὺ ἐπανῆλθα), νὰ διαβάσω τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ κικ. Τσατσόμοιρος καὶ Δέπος (ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶμαι μόνιμος ἀναγνώστης τους) ἀριθμοῦν τὰ ἐπιχειρήματά τους σὲ 15 σελίδες (τόση ἀξία θέλετε νὰ σᾶς δώσω) γιὰ γεγονὸς ἐπισυμβάν πρὸ χιλιετιῶν. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ κάνατε κι ἐσεῖς τώρα μὲ τὴν ἐπιστολή μου. ̓Αποφαίνεσθε ὅμως τελικὰ πώς θὰ τὸ διάβασα, ἀλλὰ θὰ μοῦ βγῆκε σέρτικο, καθ ̓ ὅτι βαρὺ φαΐ τὸ φασούλι γιὰ μένα. Νὰ σᾶς πῶ κάτι τὸ πρωτότυπο; Ξέρετε ... οἱ λογοτέχνες, ὅταν διαβάζουν κάτι, τὸ καταλαβαίνουν. Νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἀκόμη πιὸ πρωτότυπο; Καὶ ἄλλοι πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκτὸς ἀπ ̓ τοὺς λογοτέχνες καταλαβαίνουν κάτι, ὅταν τὸ διαβάζουν. Ἔτσι δὲν εἶστε (εὐτυχῶς ἤ δυστυχῶς;) ἀναγκασμένος νὰ ζεῖτε στὴν ὑποχρεωτικὴ μοναξιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνετε ὅλα μόνος σας... Τώρα, ὑπέρ τοῦ κ. Σιμόπουλου καὶ τῆς κ. Βότση δὲν συνηγόρησα οὔτε κατὰ φαντασίαν. Τὸ ὄνομα μάλιστα τοῦ πρώτου οὔτε κἂν ἀναφέρεται στὴν ἐπιστολή μου.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →