ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
67ΙΟΥΛΙΟΣ 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Λογοτέχνης: Λειτουργός ή επαγγελματίας — ΘΕΟΦΙΛΟΥ, ΦΑΙΔΩΝΑΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΩΝ
τὸν "Ἑβραϊῖο ἀρχιερέα. "Οσοι διάβασαν
Δαμόκριτο, ᾿Απίωνα, Χαιρήμονα, Μνασέα,
Λυσίμαχο, ᾽᾿Απολλώνιο τὸν Μόλωνα, ᾽Α-
γαθαρχίδη τὸν Κνίδιο κ.τ.λ. γνωρίζουν καὶ
δὲν δίνουν σηµασία στοὺς ἀφορισμοὺς
«ψευδεπιγράφων» "Ἑλλήνων.
Πιστεύω, κ. Διευθυντά, ὅτι δὲν πρέπει νὰ
παρασυρθῆ ὁ ΔΑΥΛΟΣ σὲ θέµατα ἔξω ἀπὸ
τὴν δημιουργική του προσπάθεια. ᾽ Απα-
3757
σχοληθῆτε μὲ τὴν ᾿ Ελληνικότητα κι᾿ ἀφῆ-
στε τὸν ᾿Ιουδαῖσμό. ᾿Εμεῖς ἔχουμε τὰ
μεγάλα πνεύματα. |
Μία ὅμως ἐπιστημονικὴ συζήτηση μὲ
θέµα σχέσεις ᾿Ελληνισμοῦ-' Εβραϊσμοῦ θὰ
εἶχε, πάντως, πολὺ ἐνδιαφέρον...
Μὲ τιμὴ
᾿Αθανάσιος Λύτρας
Λάρισα
Λογοτέχνης: Λειτουργὸς ἢ ἐπαγγελματίας
᾿Αγαπητέ µου κ. Λάμπρου,
Σᾶς παρακαλῶ θερμά, νὰ δημοσιεύσετε τὴν ἐπιστολή
μου αὐτὴ σὰν ἀπάντηση στὴν ἀναφορὰ τοῦ κ. Παναγιω-
τάτου στὸ πρόσωπό μου καὶ ὄχι στὸ γράμμα μου. Ζητῶ
συγγνώμη γιὰ τὴν κατάχρηση τοῦ χώρου, ἀλλὰ δὲν
πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ἄλλη φορὰ τὶς στῆλες σας
γιὰ τὸ θέμα αὐτό, ἀφοῦ θεωρῶ ὅτι γιὰ μένα λήγει τώρα
ὁριστικὰ καὶ ἀμετάκλητα κάθε ἀπασχόλησή µου μὲ τὸν
προαναφερθέντα κύριο.
΄Ο κ. Παναγιωτᾶτος ἀντὶ ἀπαντήσεως στίς ξεκάθα-
ρες θέσεις µου στὸ θέµα: «Λογοτέχνης ἀλλὰ τὶ λογῆς:
Λειτουργὸς ἤ ἐπαγγελματίας»; σταμάτησε τὸ παραµιλη-
τό του καί ἄρχισε κραυγάζων καὶ κορυβαντιῶν, ἀπογυ-
µνώνων ἑαυτὸν εἰς τὸν ὀρνιθῶνα ποὺ μόλις εἰσῆλθε.
Κατὰ σύμπτωση τὰ ἴδια συμβαίνουν καὶ μὲ τὰ κενὰ
μεταλλικὰ δοχεῖα: Κάνουν καὶ αὐτὰ ὑπερβολικὸ θόρυβο.
Δημόσιο πρόσωπο, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Παναγιωτᾶ-
τος, μαχαίρι καὶ πεπόνι διαθέτων (δημοσιότητα) μπορεῖ
νὰ βγάλει βλάκες ἀκόμη καὶ τοὺς ἰδιοφυεῖς! Τόσο
εὔκολα λοιπὸν παραδίδει ἑαυτὸν εἰς τὴν γενικὴν
θυµηδίαν. Καὶ ἔρχομαι ἐγώ, ὁ τὴν φυλετικὴν ἐλαφρότη-.
τα ἔχων καὶ τὴν φρικτὴν ἔλλειψιν, νὰ καταλογίσω στὸν
κ. Παναγιωτᾶτο, πλήρη ὄντα (ἐμπαθείας), παραμιλητὸ
(ἡ ἀσυνάρτητη ὁμιλία εἶναι λόγια δικὰ του προερχόμενα
πιθανῶς ἀπὸ ἕνα ὑπολανθάνον «γνῶθι σαὐτόν»), νὰ
καταλογίσω λοιπὸν παραμιλητὸ σὲ κεῖνον ποὺ συνειδη-
τοποιεῖ, ἀναλύει, διατάσσει καὶ λύνει τὸ πρόβλημα,
δημιουργώντας συγχρόνως στὸν ἑαυτό του πρόβλημα
προσαρμογῆς στὴ στοιχειώδη λογική.
᾿Ανασκεύασα τὰ οὐσιωδέστερα σημεῖα τοῦ ἄρθρου
του καὶ ἔθεσα ἐρωτήματα, γιὰ νὰ μὲ ρωτᾶ ἀκόμα ὁ κ.
Παναγιωτᾶτος, ποιὲς φράσεις του μοῦ ξυνίζουν. Μ᾽
ἐνδιαφέρει ἡ σκέψη, ποὺ ξεπηδᾶ µέσα ἀπὸ τὴ φράση.
Μὲ τὸ ξύνισμα ἄς ἀσχοληθεῖ ὁ κ. Παναγιωτᾶτος, μὴ καὶ
τοῦ κόψει ὁ ἀφρὸς τοῦ πνεύματός του.
“ὥστε ἔτσι ἔ; ᾿Αποφαίνεσθε λοιπόν, κ. Παναγιωτᾶ-
το, ὅτι «Τώρα βλέπω ἤδη τὶ τρομερὸ πρᾶγμα εἶναι ἡ
πέραν τῆς λογοτεχνίας δηµοσιότης ποὺ εἶναι ἰδιωτικὸ
σας χωράφι». Ε βέβαια, μετὰ ἀπὸ τέτοια ἀπάντηση ποὺ
μοῦ γράψατε.... Σκεφθήκατε ποτὲ ἄραγε, κύριε, ὅτι οἱ
σοφιστεῖες, οἱ ἐξυπναδίτσες, οἱ ὕβρεις καὶ οἱ δῆθεν
σαρκασμοὶ εἶναι ὁ πιὸ εὔκολος δρόμος; μήπως ἔχετε
. τὴν ἐντύπωση πώς ὅλα αὐτὰ εἶναι στοιχεῖα ποὺ σᾶς
δίνουν τὸν τὶτλο τοῦ δεινοῦ χειριστοῦ τοῦ λόγου;
Γιατὶ ἔχω καὶ μιὰ γειτόνισσα μὲ τὰ ἴδια στοιχεῖα, ποὺ
πιστεύει ὅτι κανείς δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βάλει μαζὶ της.
Νομίζετε λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ φοβοῦμαι ὅσους μὲ
βρίζουν; Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἄποψη. ΄Ο μεσαίωνας λοιπὸν
δὲν πέθανε. ΄Οσο γιὰ τὸν λεκτικό σας τραμπουκισμό, κ.
Παναγιωτᾶτο, στὸ γήπεδο. Στὸ γήπεδο. ᾽Εκεῖ ἀνθίζουν
οἱ λεκτικοί τραμπουκισμοὶ. Καὶ ἄλλοι.
Ἢ μόνη συμπάθεια πού μοῦ ἀπέμεινε στὸ πρόσωπό
σας μετὰ τὴν ὑβριστικὴ ἀπάντηση ποὺ μοῦ γράψατε,
εἶναι συμπάθεια γιὰ τὴν ἀνασφάλεια καὶ τὸ φόβο σας,
ποὺ ντύνεται τὸ ἔνδυμα τῆς ἐπιθετικότητας γιὰ νὰ
ξεγελάσει. ᾿Η συμπάθεια γιὰ τὴν ἀδυναμία σας ξεπερνᾶ
τὶς δυνατότητές σὰς νὰ ἀπαντήσετε στὰ ἐρωτήματα ποὺ
σᾶς θέτονται.
Κ. Διευθυντά.
᾿Ο συνεργάτης σας ἔχει τἠὴγνώμη πώς δὲν θὰ
ξανακάνω. (Νά ξαναπῶ τὴ γνώµη µου διαφωνώντας,γιατὶ
δὲν ἔχω τὰ φόντα νὰ παραβγῶ µαζί του, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ
Φόντα νὰ διαφωνῶ). Νά σᾶς πῶ, καλὸ εἶναι νὰ ἐλπίζει
κανεὶς. ὍΟχι ὅμως τόσο πολύ. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ πώς
λυπήθηκα γιὰ τίς ὕβρεις καὶ τοὺς ἀήθεις χαρακτηρι-
σμούς του, ἀφοῦ σὰν προϊόντα τῆς ἐμπάθειας, τῆς
κακότητας καὶ τῆς μικρότητάς του ἀποτελοῦν τὸ μόνιμό
του ἔνδυμα. Λυπήθηκα ὅμως, ἐπειδὴ τοῦ ἔδωσα τὴ
σημασία ποὺ δὲν ἔχει.
“ὥστε λοιπὸν, κ. Παναγιωτᾶτο, μοῦ συστήνετε, ἄν
προτίθεμαι παρὰ ταῦτα νὰ ἐπανέλθω (ποὺ ἐπανῆλθα), νὰ
διαβάσω τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ κικ. Τσατσόμοιρος
καὶ Δέπος (ἔτσι κι ἀλλιῶς εἶμαι μόνιμος ἀναγνώστης
τους) ἀριθμοῦν τὰ ἐπιχειρήματά τους σὲ 15 σελίδες
(τόση ἀξία θέλετε νὰ σᾶς δώσω) γιὰ γεγονὸς ἐπισυμβάν
πρὸ χιλιετιῶν. Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ κάνατε κι ἐσεῖς τώρα
μὲ τὴν ἐπιστολή µου. ᾿Αποφαίνεσθε ὅμως τελικὰ πώς θὰ
τὸ διάβασα, ἀλλὰ θὰ μοῦ βγῆκε σέρτικο, καθ᾽ ὅτι βαρὺ
φαΐ τὸ φασούλι γιὰ μένα. Νὰ σᾶς πῶ κάτι τὸ πρωτότυπο;
Ξέρετε ... οἱ λογοτέχνες, ὅταν διαβάζουν κάτι, τὸ
καταλαβαίνουν. Νὰ σᾶς πῶ καὶ κάτι ἀκόμη πιὸ πρωτότυ-
πο; Καὶ ἄλλοι πάρα πολλοὶ ἄνθρωποι ἐκτὸς ἀπ᾿ τοὺς
λογοτέχνες καταλαβαίνουν κάτι, ὅταν τὸ διαβάζουν.
Ἔτσι δὲν εἶστε (εὐτυχῶς ἤ δυστυχῶς;) ἀναγκασμένος νὰ
ζεῖτε στὴν ὑποχρεωτικὴ μοναξιὰ νὰ τὰ καταλαβαίνετε
ὅλα μόνος σας...
Τώρα, ὑπέρ τοῦ κ. Σιμόπουλου καὶ τῆς κ. Βότση δὲν
συνηγόρησα οὔτε κατὰ φαντασίαν. Τὸ ὄνομα μάλιστα
τοῦ πρώτου οὔτε κἂν ἀναφέρεται στὴν ἐπιστολή μου.