ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

68-69ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 3863 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο Σμυρνιός — ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 3863 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 68

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «ἃν ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ Ὃ Σμυρνιὸς τς Αχ μωρὲ ζαμάνια καὶ τοῦτα Ηπρεπε νὰ γλέπατε τσὶ κοπελλιὲς τσῆ Σμύρνης, νὰ δεῖτε φρύδι γραμμένο, νὰ δεῖτε χειλάκι ροσόλι. Ὅλο παρφούμια καὶ λοῦσα, καὶ στὸ στῆθος γαρούφαλο. Αχ μωρὲ ζαμάνια!... Ὃ κυρ ̓ Σωκράτης πείραζε τὰ κορίτσια τῆς γειτονιᾶς κι ἔλεγε τὰ ντέρτια τῆς καρδιᾶς του, καθὼς πουλοῦσε τὸ παγωτὸ τῆς στιγμῆς. -- Ποῦντα τὰ ἔρμα τὰ νιάτα! Νὰ δεῖτε κάντιο καὶ πετιμέζι... "Ύστερα μάζευε τὰ κέρματα ποὺ τοὔδιναν οἱ νοικοκυρὲς καὶ τὰ παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς. 'Ἡ φωνή του, διαπεραστικὴ καὶ μακρόσυρτη, λίγο τραγουδιστή, ξεσήκωνε ὅλο τὸ γυναικομάνι στὸ πόδι. ̓Ακουγόταν ἴσαμε ἕνα χιλιόμετρο μακρυά! - Πάρε κόσμε. Χῆρες, ζωντοχῆρες, γεροντοκόρες, παντρεμένες, λεύτερες, λογοδοσμένες... Πάρε κόσμε. Χρῆμα νὰ βλέπω, νὰ χαίρομαι. Ἔλα, τὰ παγωτάααα... “Ο κυρ) Σωκράτης ὁ Σμυρνιός, ὁ ὑπαίθριος παγωτατζἠς τῆς γειτονιᾶς, γύριζε ἀπὸ μαχαλᾶ σὲ μαχαλᾶ, διαλαλώντας τὸ Σμυρνέϊκο παγωτό του, ὅλο καϊμάκι καὶ γάλα. "Ἠταν μπεκιάρης, καμμιὰ πενηνταριὰ χρονῶ, μὲ μάτια μαῦρα καὶ μύτη μακρουλὴ καὶ γαμψή, πρησμένη σὰ μελιτζάνα. Μελαχροινὸς καὶ δασύτριχος, εἶχε φρύδι θυσανωτό, μαῦρο σὰ γιούσουρι, πού, ὅταν χαμογελοὖσε, ἔδινε στό πρόσωπό του ὄψη σχεδὸν κωμική. Φαίνεται, πὼς σὲ τοῦτα τὰ μέρη δὲ μποροῦσε νὰ σταυρώσει θηλυκό, μιὰ νύφη μαθές, καί τούχαν πάρει τὰ συλλοϊκὰ ὅλες οἱ μπιρμπιλομάτες τῆς γειτονιᾶς. Τοῦτες ὅμως οἱ καρακάξες ἦταν δύσκολες κι ἄκαρδες κι ὅλο μονολογοῦσε. --ἾΑχ! ἄτιμο κολονᾶτο τὸ γύναιον... "Ἠταν ἀπομεινάρι τῆς μικρασιατικῆς καταστροφῆς κι ἦρθε στὰ λεσβιακὰ χώματα νὰ ξαναρριζώσει. Εἶχε στὴ Σμύρνη γαλατάδικο, μαγαζὶ μὲ τ ̓ ὄνομα --- τὄλεγε καὶ καμάρωνε τὸ «Γαλακτοπωλεῖον ἡ “Ωραία ̓ Ελλάς», κι ἦταν, λέει, τότε κύριος μὲ ρεπούμπλικα καὶ ὑπόληψη. Σὰν ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι τὴ Σμύρνη, μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ γλυτώσει ἀπ ̓ τὴ φωτιὰ καὶ τοὺς Τσέτες κι ἔφτασε στὸ νησὶ μὲ μιὰ φραντσέζικη σκαμπαβία, ἀφήνοντας πίσω βιὸς καὶ μάνα κι ἀδερφὴ κι ἀγαπητικιά. "Ολοι χάθηκαν σέ κεῖνο τὸ φοβερὸ γιανκίνι, κι ὁ κυρ Σωκράτης βάλθηκε νὰ κάνει προκοπὴ ἀποξαρχῆς, στὴ νέα πατρίδα. "Ἠταν ἀπὸ χαρακτῆρα ἄνθρωπος ἔξω ἀπ ̓ ἄδικο, ντερμπεντέρης καὶ χωρατατζῆς, Φοροῦσε τὸ ἄσπρο σκουφὶ καὶ τὴν ἄσπρη ποδιά του -- ἕνεκα ἡ καθαριότητα -- καὶ ἀνηφόριζε γιὰ τὸ Νιὸ Χωριό, τραγουδώντας δικά του αὐτοσχέδια στιχάκια. Εἶχε μουστακάκι κοντό, ψαλλιδισμένο μόρτικα καὶ φρέζα χωρισμένη μὲ χτενάκι πάνω ἀπ ́ τὸ μεσόφρυδο. "Οπως ἦταν ντυμένος στ ̓ ἄσπρα, ἦταν ἴδιος ὁ Πετεφρῆς, ἢ ὁ ἀρχιτρίκλινος τοῦ Φαραώ. Στὸ στρίφωμα τῆς ζώνης του κρέμονταν πάντα μιὰ χνουδωτἠ πετσέττα, γιὰ νὰ σκουπίζει τὰ ἱδρωμένα του χέρια. "Ἠταν, μὰ τὴν ἀλήθεια, μιὰ παρουσία γραφικὴ καὶ χαριτωμένη. Στὸν ἀριστερό ὦμο σήκωνε τὸ κινητό του ἐμπόρευμα μ ̓ ἕνα μακρόστενο ξύλινο λοστό, ποὺ στὶς ἄκρες του ἦταν κρεμασμένοι δυὸ κυλινδρικοὶ κάδοι. ̓Απ ̓ τὴ μιὰ μεριὰ ὁ ἕνας, μὲ τὸ θρυμματισμένο πάγο καὶ τὸ τσίγγινο δοχεῖο τοῦ παγωτοῦ, κι ἀπ ̓ τὴν ἄλλη ὁ ἄλλος κάδος, μὲ πάγο ἐφεδρικὸ καὶ τὰ διάφορα σύνεργα. Τὸ παγωτό του ἦταν μιᾶς μπουκιᾶς λιχουδιά. Ἴἴσαμε ἕνα κουτὶ σπίρτα. Εἶχε ἕνα περίεργο ἐργαλεῖο, ποὔχε στὴ βάση ἕνα μεταλλικὸ σπιρτόκουτο μὲ κινητὸ πάτο. "Ἔβαζε πρῶτα στὸν πάτο μιὰ γκοφρέττα καὶ μὲ μιὰ μικρὴ σπάτουλα γέμιζε τὸ διάκενο τοῦ σπιρτόκουτου λίγο-λίγο μὲ παγωτό. Ὕστερα τὸ κάλυπτε ἀπὸ πάνω μὲ μιὰ ἄλλη γκοφρέττα καὶ πιέζοντας τὴ βάση πρὸς τὰ πάνω ἀποκάλυπτε τὸ παγωτὸ ἕτοιμο. ̓Ερχόταν στὸ μαχαλᾶ ντάλα μεσημέρι καὶ στὰ σοκκάκια γινόταν χαλασμός. Τὰ μωρά, πάντα λαίμαργα γιὰ λιχουδιές, ἅμα τὸν ἄκουγαν νὰ διαλαλεῖ τὸ παγωτό, ἔτρεχαν σὰν τρελλὰ ν ̓ ἀγοράσουν τὸ δροσᾶτο βάλσαμο. Ἢ μικρὴ σπάτουλα, δούλευε στὰ χέρια του ἀσταμάτητα, κι ὅση ὥρα μάζευε τὸ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →