ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
68-69ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Σμυρνιός — ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «ἃν
τς Αχ μωρὲ ζαμάνια καὶ τοῦτα Ηπρεπε
νὰ γλέπατε τσὶ κοπελλιὲς τσῆ Σμύρνης, νὰ
δεῖτε φρύδι γραμμένο, νὰ δεῖτε χειλάκι ροσ-
όλι. Ὅλο παρφούμια καὶ λοῦσα, καὶ στὸ
στῆθος γαρούφαλο. Αχ μωρὲ ζαμάνια!...
Ὃ κυρ᾽ Σωκράτης πείραζε τὰ κορίτσια
τῆς γειτονιᾶς κι ἔλεγε τὰ ντέρτια τῆς καρ-
διᾶς του, καθὼς πουλοῦσε τὸ παγωτὸ τῆς
στιγμῆς.
-- Ποῦντα τὰ ἔρμα τὰ νιάτα! Νὰ δεῖτε
κάντιο καὶ πετιμέζι... "Ύστερα μάζευε τὰ
κέρματα ποὺ τοὔδιναν οἱ νοικοκυρὲς καὶ τὰ
παιδιὰ τῆς γειτονιᾶς. 'Ἡ φωνή του, διαπε-
ραστικὴ καὶ μακρόσυρτη, λίγο τραγουδι-
στή, ξεσήκωνε ὅλο τὸ γυναικομάνι στὸ πόδι.
᾿Ακουγόταν ἴσαμε ἕνα χιλιόμετρο μακρυά!
- Πάρε κόσμε. Χῆρες, ζωντοχῆρες, γε-
ροντοκόρες, παντρεµένες, λεύτερες, λογο-
δοσµένες... Πάρε κόσμε. Χρῆμα νὰ βλέπω,
νὰ χαίρομαι. Ἔλα, τὰ παγωτάααα...
“Ο κυρ) Σωκράτης ὁ Σμυρνιός, ὁ ὑπαί-
θριος παγωτατζἠς τῆς γειτονιᾶς, γύριζε ἀπὸ
μαχαλᾶ σὲ μαχαλᾶ, διαλαλώντας τὸ Σμυρ-
νέϊκο παγωτό του, ὅλο καϊμάκι καὶ γάλα.
"Ἠταν µπεκιάρης, καμμιὰ πενηνταριὰ χρονῶ,
μὲ μάτια μαῦρα καὶ μύτη μακρουλὴ καὶ
γαμψή, πρησμένη σὰ μελιτζάνα. Μελαχροι-
νὸς καὶ δασύτριχος, εἶχε φρύδι θυσανωτό,
μαῦρο σὰ γιούσουρι, πού, ὅταν χαμογελ-
οὖσε, ἔδινε στό πρόσωπό του ὄψη σχεδὸν
κωμική.
Φαίνεται, πὼς σὲ τοῦτα τὰ μέρη δὲ μπο-
ροῦσε νὰ σταυρώσει θηλυκό, μιὰ νύφη μαθές,
καί τούχαν πάρει τὰ συλλοϊκὰ ὅλες οἱ μπιρ-
μπιλομάτες τῆς γειτονιᾶς. Τοῦτες ὅμως οἱ
καρακάξες ἦταν δύσκολες κι ἄκαρδες κι
ὅλο μονολογοῦσε.
--ἾΑχ! ἄτιμο κολονᾶτο τὸ γύναιον...
"Ἠταν ἀπομεινάρι τῆς μικρασιατικῆς κα-
ταστροφῆς κι ἦρθε στὰ λεσβιακὰ χώματα νὰ
ξαναρριζώσει. Εἶχε στὴ Σμύρνη γαλατάδικο,
μαγαζὶ μὲ τ᾽ ὄνομα --- τὄλεγε καὶ καμάρωνε
τὸ «Γαλακτοπωλεῖον ἡ “Ωραία ᾿ Ελλάς»,
κι ἦταν, λέει, τότε κύριος μὲ ρεπούμπλικα
καὶ ὑπόληψη. Σὰν ἔκαψαν οἱ Τοῦρκοι τὴ
Σμύρνη, μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ γλυτώσει
ἀπ᾽ τὴ φωτιὰ καὶ τοὺς Τσέτες κι ἔφτασε στὸ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ
Ὃ Σμυρνιὸς
νησὶ μὲ μιὰ φραντσέζικη σκαµπαβία, ἀφή-
νοντας πίσω βιὸς καὶ μάνα κι ἀδερφὴ κι
ἀγαπητικιά. "Ολοι χάθηκαν σέ κεῖνο τὸ φο-
βερὸ γιανκίνι, κι ὁ κυρ Σωκράτης βάλθηκε
νὰ κάνει προκοπὴ ἀποξαρχῆς, στὴ νέα πα-
τρίδα.
"Ἠταν ἀπὸ χαρακτῆρα ἄνθρωπος ἔξω
ἀπ᾿ ἄδικο, ντερµπεντέρης καὶ χωρατατζῆς,
Φοροῦσε τὸ ἄσπρο σκουφὶ καὶ τὴν ἄσπρη
ποδιά του -- ἕνεκα ἡ καθαριότητα -- καὶ
ἀνηφόριζε γιὰ τὸ Νιὸ Χωριό, τραγουδώντας
δικά του αὐτοσχέδια στιχάκια. Εἶχε µου-
στακάκι κοντό, ψαλλιδισµένο µόρτικα καὶ
φρέζα χωρισμένη μὲ χτενάκι πάνω ἀπ΄ τὸ
µεσόφρυδο. "Οπως ἦταν ντυμένος στ᾿ ἄσπρα,
ἦταν ἴδιος ὁ Πετεφρῆς, ἢ ὁ ἀρχιτρίκλινος
τοῦ Φαραώ. Στὸ στρίφωµα τῆς ζώνης του
κρέµονταν πάντα μιὰ χνουδωτἠ πετσέττα,
γιὰ νὰ σκουπίζει τὰ ἱδρωμένα του χέρια.
"Ἠταν, μὰ τὴν ἀλήθεια, μιὰ παρουσία γρα-
φικὴ καὶ χαριτωμένη.
Στὸν ἀριστερό ὦμο σήκωνε τὸ κινητό
του ἐμπόρευμα μ᾽ ἕνα μακρόστενο ξύλινο
λοστό, ποὺ στὶς ἄκρες του ἦταν κρεμασμέ-
νοι δυὸ κυλινδρικοὶ κάδοι. ᾿Απ᾽ τὴ μιὰ µε-
ριὰ ὁ ἕνας, μὲ τὸ θρυμματισμένο πάγο καὶ τὸ
τσίγγινο δοχεῖο τοῦ παγωτοῦ, κι ἀπ᾿ τὴν
ἄλλη ὁ ἄλλος κάδος, μὲ πάγο ἐφεδρικὸ καὶ
τὰ διάφορα σύνεργα.
Τὸ παγωτό του ἦταν μιᾶς μπουκιᾶς λι-
χουδιά. Ἴἴσαμε ἕνα κουτὶ σπίρτα. Εἶχε ἕνα
περίεργο ἐργαλεῖο, ποὔχε στὴ βάση ἕνα με-
ταλλικὸ σπιρτόκουτο μὲ κινητὸ πάτο. "Ἔβαζε
πρῶτα στὸν πάτο μιὰ γκοφρέττα καὶ μὲ μιὰ
μικρὴ σπάτουλα γέμιζε τὸ διάκενο τοῦ σπιρ-
τόκουτου λίγο-λίγο μὲ παγωτό. Ὕστερα τὸ
κάλυπτε ἀπὸ πάνω μὲ μιὰ ἄλλη γκοφρέττα
καὶ πιέζοντας τὴ βάση πρὸς τὰ πάνω ἀποκά-
λυπτε τὸ παγωτὸ ἕτοιμο.
᾿Ερχόταν στὸ μαχαλᾶ ντάλα μεσημέρι
καὶ στὰ σοκκάκια γινόταν χαλασμός. Τὰ
μωρά, πάντα λαίμαργα γιὰ λιχουδιές, ἅμα
τὸν ἄκουγαν νὰ διαλαλεῖ τὸ παγωτό, ἔτρε-
χαν σὰν τρελλὰ ν᾿ ἀγοράσουν τὸ δροσᾶτο
βάλσαμο.
Ἢ μικρὴ σπάτουλα, δούλευε στὰ χέρια
του ἀσταμάτητα, κι ὅση ὥρα μάζευε τὸ