ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
70ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1987
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η εκδίκηση — ΠΑΠΑΠΑΝΟΣ, ΚΩΣΤΑΣ
Κείμενο φύλλου
ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΠΑΝΟΣ
Ἢ ̓ Εκδίκηση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ἢ
ΤΟΥ «ἀν
Κοιτάζει πάλι τὸ ρολόι του καὶ ἡ ἄνησυχία
του ἀρχίζει νὰ φουντώνει: Δὲν μπορεῖ.
Κάτι θά
̓παθε. Τέτοιαν ὥρα, τὶς
προηγούμενες ἡμέρες, ἦταν δίπλα στὸ
κρεβάτι του. Πότε νὰ τοῦ φτιάχνει τὰ σεντόνια,
κι ́ ἂς μὴν εἶχαν χαλάσει. Πότε νὰ
τοῦ δίνει νερό, κ ̓ ἂς μὴν ἤθελε νὰ πιεῖ.
Πότε νὰ τοῦ στρώνει τὰ μαλλιὰ χαϊδεύοντάς
του ἁπαλὰ τὸ κούτελο. Κι ̓ ὅλο νὰ
τοῦ λέει: Γιὰ τὸ σχολειό της καὶ τὰ διαβάσματά
της, γιὰ τὴν κυρά- Ὄλγα
-ποὺ στὸ
σπίτι της τὴν εἶχε ἀφήσει ὅσον καιρὸ θά
̓μενε στὸ νοσοκομεῖο- καὶ γιὰ ἕνα σωρὸ
ἄλλα.
̓Αηδονιοῦ λαλιὰ στ ̓ αὐτιά του ἡ φωνή
της, βάλσαμο στὴν καταπληγωμένη του
ψυχὴ ἡ κουβέντα της. Μεγάλη του χαρὰ
τὰ παρακάλια τῆς, νὰ τὴν ἄφηνε κοντά
του λίγο ἀκόμα, σὰν ἔφτανε ἡ ὥρα ποὺ θά
πρεπε νὰ φύγει’ καὶ πιὸ μεγαλύτερη κάθε
φορὰ πού. πάρ ̓ ὅλο ποὺ κι ̓ αὐτὸς τό ́θελε
πολύ, δὲν τῆς ἔκανε τὴ χάρι. Οὔτε γιὰ ἕνα
λεπτὸ μονάχα. Δὲν ἤθελε, γιὰ κανένα λόγο,
νὰ τὴν ἔβρισκαν στοὺς δρόμους τὰ
σκοτάδια. Ξέχωρα σὲ κείνους τοὺς ἐρημικοὺς
καὶ μισοσκότεινους δρόμους τοῦ συνοικισμοῦ.
ποὺ ἦταν τὸ ὁπίτι τῆς κυράὌὌλγας,
Γίνονταν τόσα καὶ τόσα στὶς ἀπόμερες
μεριές τὶς νύχτες. Κι ̓ αὐτὸς ἤθελε
νὰ νιώθει ὁλότελα ἥσυχος γιὰ τὸ λατρεμένο
σπλάχνο του, ποὺ ἦταν μικρὸ κι ̓ ἀνήμπορο
ἀκόμα.
Ξανακοιτάζει τὸ ρολόι του καὶ ἡ ἀνησυχία
του γίνεται φόβος κι ̓ ἀγωνία. Τὸ ἕνα
ὕστερ) ἀπὸ τ ̓ ἄλλο τὰ κακὰ στριφογυρίζουν
στὸ μυαλό του. Κι ̓ αὐτὸς ἀνήμπορος
νὰ κάνει τὸ παραμικρό... Ἔτσι, ὅταν
κάποια στιγμὴ μπαίνει ἡ νοσοκόμα, νὰ
τοῦ κάνει τὴν ἔνεση καὶ νὰ τοῦ δώσει τὸ
χάπι ποὺ πρέπει νὰ πάρει, κολλάει, κρέμεται
πάνω της. Τῆς δίνει ἕναν ἀριθμὸ τηλεφώνου.
καὶ τὴ θερμοπαρακαλεῖ νὰ
τηλεφωνήσει.
-ο
ιν, Ὅταν τελειώσετε... Σᾶς παρακαλῶ...
σᾶς παρακαλῶ, μὴν τὸ Ξεχάσετε...
Αν δὲν σᾶς ἀπαντήσουν, ξαναδοκιμάστε
ἄλλη μιὰ φορά.... Κι ̓ ὅταν ἔχετε κάτι. ἐλᾶ-
τε ὅσο πιὸ γρήγορα μπορεῖτε...
Τῆς τὰ εἶπε ὅλα ἀπανωτὰ καὶ βιαστικὰ
κι ̓ ἀπόμεινε πάλι στὴν ἀποπνιχτικὴ ἀγκαλιὰ
τῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ φόβου. Ὥσπου,
ὕστερ ̓ ἀπὸ ὥρα πολλή, βλέπει πάλι
τὴ νοσοκόμα. Στὴ στιγμὴ σταματάει καὶ
τὴν ἀναπνοή του ἀκόμα, γιὰ νὰ μὴ χάσει
οὔτε μιὰ συλλαβή.
“Ἕνα κρυολογηματάκι, τοῦ λέει χαμογελώντας!
Ὅμως ὁ γιατρὸς εἶπε γιὰ μιὰ
μέρα νὰ μὴν πήγαινε στὸ σχολειό της.
Ἔτσι. μιὰ καὶ δὲν βγῆκε, δὲν ἦρθε κι ̓ ᾱπὸ
δῶ... Πάσχισαν νὰ τηλεφωνήσουν, μὰ
οἱ γραμμὲς τοῦ νοσοκομείου ἦταν πιασμένος.
Ἑτοιμάζονταν πάλι, ἀλλὰ τοὺς πρόλαβα
ἐγώ...
Κάπως ἡσυχάζει. Ὅμως ὄχι γιὰ πολύ.
Κεῖνα τὰ σκουλήκια μέσα του ἀρχίζουν πάλι
ν ̓ ἀναδεύουν: Χτὲς ἔφυγε μιὰ χαρὰ ἀπὸ
κοντά του. Ἔτσι ἄξαφνα, μέσα σὲ μιὰ νύχτα,
κρυολόγησε; Καὶ μάλιστα τόσο βαρειά,
ποὺ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ πάει στὸ σχολειό
της; Ὄχι, ὄχι. Κάτι ἄλλο πρέπει νά
̓ναι. Κι ̓ ἀρχίζει πάλι νὰ βολοδέρνεται σ ̓
ἕναν ὁλόμαυρο ὠκεανὸ μὲ πλῆθος ἄγρια
ψάρια νὰ ὁρμοῦν νὰ τὸν ροκανίσουν, καθώς
ἡ νύχτα πορεύεται ἀδιάφορη, μουγγή.
Μὲ τὸ ξημέρωμα κάποιες δειλὲς ἐλπίδες
ἔρχονται νὰ τοῦ κρατήσουν συντροφιά.
Δὲν μπορεῖ, συλλογιέται. ἡ κυρά"Ὄλγα
θὰ τηλεφωνήσει, καὶ μιὰ κι ̓ ὁ γιατρὸς
τοῦ εἰπε ὅτι μπορεῖ πιὰ νὰ σηκώνεται
γιὰ λίγο μέσα στὸ θάλαμο, θὰ πάει ὁ ἴδιος
στὸ τηλέφωνο. Θὰ τὴν ἀκούσει μὲ τ ̓ αὖτιά
του καὶ θὰ μπορέσει νὰ καταλάβει
πολλὰ ἀπὸ τὴ φωνή της, ἀπὸ τὰ λόγια της.
Πολλὰ καὶ πιὸ κοντινὰ μὲ τὴν ἀλήθεια.
“Ὅμως. ἀντὶ γιὰ τὸ τηλεφώνημα, βλέπει
κάποια στιγμὴ τὴν ἴδια τὴν κυρά- ὌλΎα
νὰ μπαίνει στὸ θάλαμο. ̓Απὸ τὰ πρῶτα
λόγια της σφιχτοπιάνεται ἡ ψυχή του.
- Βρογχοπνευμονία, τοῦ λέει.
̓Αλλὰ
ἐλαφριᾶς μορφῆς... Ο πυρετός της δὲν ἀνέβηκε
πολύ... Ὁ γιατρὸς εἶπε νὰ φυλαχτεῖ
λίγες ἡμέρες, γιὰ νὰ μὴν ἔχει ἄλλα
μπλεζίματα...
Ἔνα χταπόὀι ξεπετάχτη μέσα του κ ́ ἔ-