ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

72ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1987

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4036 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
35 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η έννοια της "θεωρίας" — ΖΟΥΜΠΟΣ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 4036 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 72

Κείμενο φύλλου

ΑΝ. Ν. ΖΟΥΜΠΟΣ (τοῦ Πανεπιστημίου Πατρῶν) Ἢ ἔννοια τῆς «θεωρίας» Γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ἔννοια τῆς «Θεωρίας» ἐνέχει ἀφ ̓ ξαυτῆς τόσον τὴν ἐμπειρίαν, ὅσον καὶ τὴν νόησιν' ὄντως «θεωρεῖν» σημαίνει ὅρασιν, ἀλλὰ καὶ νοητικὴν συμμετοχὴν εἰς τὸ ἐκ τῆς θεωρήσεως προϊόν, κατὰ τὴν καντιανἠν αἵρεσιν' ἑπομένως ἀμφότεροι οἱ παράγοντες, ἐμπειρικὸς καὶ νοητικός, ἐν ἁρμονίᾳ παρευρίσκονται πρὸς τὸ θεωρηθησόμενον. Πράγματι τὸ ἐκ τῶν ὑστέρων στοιχεῖον (4 ροσιεγΙοτὴ, τὸ ὁποῖον καὶ δίδει τὸ ὑλικὸν αὐτοῦ εἰς τὸ ἐκ τῶν προτέρων (8 ρΓἰοΓ) στοιχεῖον πρὸς ἐξέτασιν, ἵνα ἐπιτελεσθῇ διὰ τῆς συνεργασίας ἀμφοτέρων τούτων, ὡς γνωστόν, ἡ γνῶσις, ἡ ὁποία καὶ θὰ ἔχῃ χαρακτῆρα φαινομενοκρατικόν, τὸ δὲ κῦρος αὐτῆς παρέχει, ὡς εἶναι φυσικὸν τὴν σχετικότητα (ΚεἰβΗνίςσπιις) πράγματι καθίσταται σαφές, ὅτι ἡ σύμμειξις τῶν δύο ἀνωτέρω παραγόντων, τουτέστι τῆς ἐμπειριοκρατίας (Επιρίτίςπια) καὶ τοῦ ὀρθολογισμοῦ (ΚαιΙοπα[πιις) καταλήγει εἰς μίαν φαινομενοκροτίαν (Ρἠαεποπιεπα[{ςπιις), ἥτις πάντοτε εἶναι ἐν σχετικότητι: εἶναι δυνατὸν δηλ. νὰ «θεωροῦν» τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον πλείονα τοῦ ἑνὸς ὑποκείμενα, ἀλλ ̓ ἡ ἐξ αὐτοῦ προελθοῦσα γνῶσις θὰ ἔχῃ φαινομεκρατικὸν χαρακτῆρα καί, ὡς εἰκός, θὰ τυγχάνῃ κατὰ διάφορον τρόπον εἰς ἕν ἕκαστον τῶν ἀνωτέρω: αἰτία πάντων τούτων εἶναι ὁ λογικὸς παράγων, τὸ ἃ ρτίοτὶ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον καὶ ἐλέγχει ἕκαστος τὸ ὑλικὸν τῆς ἐμπειρίας διαφόρως: ὄντως κατὰ τὴν φαινομενοκρατικὴν ἀντίληψιν, ὁ κόσμος ὑπάρχει ὄχι ὡς εἶναι, ἀλλ ̓ ὡς φαίνεται" ἔπομένως κατὰ τὴν ἰδεοκρατικὴν θεώρησιν ὁ κόσμος ἐκτὸς τῆς συνειδήσεως δὲν ὑφίσταται καὶ οὕτω ἡ φαινομενοκρατία ὑπάρχει χάριν τῆς ἡμετέρας συνειδήσεως' ἐνταῦθα βεβαίως εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς θεωρητικοῦ ἐγωϊσμοῦ (Φο/ρσίςπιι9). Ἐν μιᾷ λέξει ἡ «θεωρία» δὲν εἶναί τι ἄλλο, παρὰ «διάλογος» μεταξὺ τοῦ ὑπὸ ἐξέτασιν ἀντικειμένου καὶ τοῦ ἐξετάζοντος τοῦτο ὑποκειμένου, καὶ τὸ ἐπίτευγμα τούτων βεβαίως θὰ ἐνέχει φαινομενοκρατικὴν προέλευσιν καὶ θὰ ἴσταται πάντοτε ἐν σχετικότητι καὶ ὁπωσδήποτε θὰ εἶναι ἐν «πορείᾳ» πρὸς τὸ πραγματικόν, δηλ. πρὸς τὸ πράγματι ὑπάρχον, ἤτοι πρὸς τὸ ἀληθές' τοῦτο ἀποτελεῖ ἔπιθυμίαν καὶ πόθον τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, πλὴν ὅμως ἡ πραγματοποίησις πάντων τούτων ἀποτελεῖ μίαν γνωστικὴν οὐτοπίαν. ̓Αλλὰ κατὰ τὴν κριτικἠν πραγματοκρατίαν (ΚΠΙΙςεΠει Κεα]ςπιας), κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἄνθρωπος θὰ δύναται νὰ λάβῃ ἐν μέλλοντι χρόνῳ τὴν τελείαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, καὶ νὰ ἀποβῇ δηλαδὴ κάτοχος τοῦ «πράγματος αὐτοῦ καθ ̓ ἑαυτό»: ἡ ῥῆσις, ἄλλως τε, τόσον τοῦ Ξενοφάνους, ὅτι «οὗτοι ἀπ ̓ ἀρχῆς πάντα θεοὶ θνητοῖσ” ὑπέδειξαν, ἀλλὰ χρόνῳ ζητοῦντες ἐφευρίσκουσιν ἄμεινον» (ἀπ. [8 Ὁ-Κ), ὅσον καὶ ἡ εὐαγγελική, ἄλλως τε, ἔκφρασις «ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστι» (Ματθ. Ε ́ 48) δηλοῦν τὴν δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς πρὸς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ ὡς ἄνω σκοποῦ. Τούτου ὅμως ἡ πραγματοποίησις δὲν θὰ καταστῇ ποτὲ γεγονός, διότι καθ ̓ ̓Ηράκλειτον «φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ» (123 Ὀ-Κ) καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ὁποιαδήποτε γνῶσις τοῦ ἀνθρώπου θὰ ἐνέχη πάντοτε φαινομενοκρατικὸν χαρακτῆρα, διότι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, τὸ ὄντως ὄν κατὰ τὴν Δημοκρίτειον ἀντίληψιν, δὲν ὑπάρχει: «ἐτεῇ δὲ οὐδὲν ἴδμεν’ ἐν βυθῷ γὰρ ἡ ἀλήθεια» (ἀπ. 117 Ὁ-Κ).
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →