ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
73ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μακρυνή Πρωτοχρονιά — ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΑΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «Δ»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ
Μακρυνὴ Πρωτοχρονιὰ
-- Παιδιά, καλοδεχούμενος! Κι ὅπως
τρέχει τοῦτο τὸ νερό, ἔτσι νὰ τρέχουν καὶ
τὰ καλὰ στὸ σπιτικό μας...
“Ο πατέρας μου ἔκανε ἕνα γύρο τὰ δωμάτια
τοῦ σπιτιοῦ κι ἔχυσε ἀπ ̓ τὴ στάμνα
κατάχαμα λίγο ἀπ ̓ τ ̓ ἀμίλητο νερὸ γιὰ τὸ
καλὸ τοῦ χρόνου.
Ἔτσι ἤθελε τὸ ἔθιμο ἀνήμερα τῆς
Πρωτοχρονιᾶς, «ὄρθρου βαθέως», γιὰ γούρικο
ποδαρικό.
Στὰ παλιὰ χρόνια, μὰ κι ἀκόμα καὶ σήμερα
στὴ Λέσβο, μὲ τὸ ξημέρωμα τοῦ καινούρχιου
χρόνου πήγαιναν οἱ νοικοκυρὲς
μὲ τὶς στάμνες καὶ τὰ λαογήνια τους στὴ
γούρνα τῆς Παναγιᾶς τῆς Φανερωμένης
στὴν ̓Απάνω Σκάλα, γιὰ νὰ τὰ γεμίσουν μὲ
τ ̓ ἀμίλητο νερό. Ἢ παράδοση ἔλεγε, πὼς
αὐτὸς ποὺ πήγαινε νὰ γεμίσει τὴ στάμνα
του, ἔπρεπε νὰ μὴ μιλήσει μὲ κανένα στὸ
δρόμο του, ὅποιον καὶ νὰ συναντοῦσε, μέχρι
νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπιτικό του, γιὰ νὰ
πάει καλὰ ἡ χρονιά...
Πολλὲς φορὲς μερικοὶ ἕενυχτισμένοι
μόρτες, ἅμα ἔβλεπαν στὸ δρόμο καμμιὰ
νοστιμούλα μὲ τὸ σταμνί τῆς, ἄρχιζαν τὰ
πειράγματα, μὰ κείνη ποῦ νὰ μιλήσει.
Κάποιος γέρο «κηρατζῆς τῆς παλιᾶς
Μυτιλήνης, μοῦ διηγόταν πώς ἡ παράδοση
ἔλεγε, πὼς ὅποιος ἔπινε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς
αὐτῆς, βουβαινόταν
-Ίγι ̓ αὐτό τὄλεγαν κι
ἀμίλητο: κι ἡ παράδοση βγῆκε τὰ χρόνια
τῆς τουρκοκρατίας, γιὰ νὰ παραπλανήσει
τοὺς Τούρκους καὶ πιὸ πολὺ τοὺς ὑποταχτικοὺς
τῆς Βαλινδέ Χανούμ, ποὺ εἴχε ἐκεῖ
τὸν μπαχτσέ της, γιὰ νὰ μὴ «χαλάσουν»
στὸ δρόμο τοὺς Χριστιανούς, ποὺ πήγαιναν
νὰ πάρουν ἀπὸ τὴ νύχτα τὸ ἁγίασμα τῆς
Φανερωμένης.
Στὰ χωριὰ οἱ νοικοκυρὲς ἄφηναν ἀποβραδὶς
στὸ πεζούλι τῆς κοινοτικῆς βρύσης
μελομακάρονα ἤ φοινίκια, ὅπως τὰ λὲν στὸ
νησί, κέρασμα καὶ ψυχικὸ στοὺς φτωχούς,
ποὺ θὰ τᾶβρισκαν, ὅταν θὰ πήγαιναν τὸ
πουρνὸ νὰ πάρουν τὸ νερό. Ὅμως τὸ κέρασμα
τὸ ἀπολάμβαναν πιότερο τὰ χαμίνια
τῆς γειτονιᾶς, ποὺ παρομόνευαν κρυμμένα
στὰ ντερσέκια, γιὰ νὰ τὰ καταβροχθίσουν,
μόλις οἱ θεοφοβούμενες πανηγυριώτισσες
τ ̓ ἀπίθωναν στὸ πεζούλι.
Ωστόσο τὰ ὡραῖα αὐτά ἔθιμα ἄρχισαν
σιγάἀ-σιγά νὰ ἐκφυλίζονται καὶ νὰ φθίνουν
μὲ τὴ ροὴ τοῦ χρόνου, ἀναμνήσεις καὶ νοσταλγίες
ἀπ ̓ ἄλλες πιὸ ρομαντικὲς ἐποχές.
'Ο πατέρας μου. ἀφοῦ ξαναζωντάνεψε
τὸ ἔθιμο μὲ τὸ νερὸ τῆς στάμνας, ἀπόσωσε
λέγοντας:
-
- Μὲ τὴν εὐχή μου, παιδιά, σὰν τὰ στάχυα
νὰ καρπίσουν οἱ κόποι σας.
Κι ὕστερα μοὔδωσε ἕνα μεγάλο ρόδι, νὰ
τὸ σπάσω στὸ κεφαλόσκαλο.
ΧΑ
Οἱ εὐχὲς τοῦ πατέρα μου πάντα πίστευα
πὼς ἔπιαναν, κι εἶχα τὸ λόγο μου νὰ τὸ πιστεύω.
]μουν ὁ πρῶτος ποὺ λαχταροῦσα
νὰ τὶς ἀκούσω. Μόνο ποὺ ἀπὸ ἕνα διάστημα
καὶ μετὰ οἱ εὐχές φαίνεται πὼς ἄρχισαν
νὰ χάνουν τὴ μαγική τους ἰδιότητα νὰ
πραγματοποιοῦνται, καὶ τὸ γεγονός συνέπεσε
ὅταν πιὰ ἄρχισα νὰ μπαίνω στὰ χρόνια
τῆς ἐφηβείας.
Τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς, πρὶν κόψει ὁ
πατέρας τὴ βασιλόπιττα, ἤθελε νὰ τοῦ ὑποσχεθῶ
πὼς τὴ χρονιὰ ποὺ θαρχόταν θὰ ἤμουν
πιὸ φρόνιμος καὶ στὸ σχολεῖο περισσότερο
ἐπιμελής. ́Ὕστερα μοῦ ἔλεγε νὰ εὐχηθῶ
κάτι μὲ τὴν καρδιά μου κι ἐκεῖνος μὲ.
διαβεβαίωνε πώς, ἂν τὸ πίστευα ἀληθινά,
θὰ γινόταν.
Θυμᾶμαι πὼς γιὰ πολλὰ χρόνια τὸ
φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας ἔπεφτε σὲ μένα.
Ἤμουν στ) ἀλήθεια τόσο τυχερός, ποὺ τὸ
γεγονὸς καταντοῦσε σκάνδαλο.
Ἢ
εὐχὴ ποὺ ἔκανα ἦταν πάντα, νὰ μοῦ
πέσει τὸ φλουρί. Γιατὶ αὐτό, κατὰ τὸ παιδικὸ
μυαλό μου, ἦταν σημάδι ἀλάνθαστο
πὼς οἱ κρυφές μου ἐπιθυμίες θὰ γίνονταν
πραγματικότητα. "Αλλωστε μιὰ προηγούμενη
χρονιὰ ποὺ ἤμουν πάλι ὁ τυχερός, εἷχα
παρακαλέσει, ὁ καινούργιος χρόνος νὰ
μοῦ φέρει ἕνα ποδήλατο. Καὶ τὸ ποδήλατο,
θυμᾶμαι, τὸ ἀπόχτησα τὸν ̓ Ιούλιο, μετὰ τὸ
τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς. «Τί χρείαν ἔχομεν
ἄλλων μαρτύρων;», μοῦ ἔλεγε ἡ λογική.
̓
Αὐτό ἦταν ἀρκετό. “Ὁ “Αη-Βασίλῃης
φαινόταν πολὺ μεγαλόψυχος καὶ γενναιό-