ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

73ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1988

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4123 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μακρυνή Πρωτοχρονιά — ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 4123 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 73

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΑΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «Δ» -- Παιδιά, καλοδεχούμενος! Κι ὅπως τρέχει τοῦτο τὸ νερό, ἔτσι νὰ τρέχουν καὶ τὰ καλὰ στὸ σπιτικό µας... “Ο πατέρας µου ἔκανε ἕνα γύρο τὰ δω- μάτια τοῦ σπιτιοῦ κι ἔχυσε ἀπ᾿ τὴ στάµνα κατάχαµα λίγο ἀπ᾽ τ᾽ ἀμίλητο νερὸ γιὰ τὸ καλὸ τοῦ χρόνου. Ἔτσι ἤθελε τὸ ἔθιμο ἀνήμερα τῆς Πρωτοχρονιᾶς, «ὄρθρου βαθέως», γιὰ γού- ρικο ποδαρικό. Στὰ παλιὰ χρόνια, μὰ κι ἀκόμα καὶ σή- µερα στὴ Λέσβο, μὲ τὸ ξημέρωμα τοῦ και- νούρχιου χρόνου πήγαιναν οἱ νοικοκυρὲς μὲ τὶς στάµνες καὶ τὰ λαογήνια τους στὴ γούρνα τῆς Παναγιᾶς τῆς Φανερωμένης στὴν ᾿Απάνω Σκάλα, γιὰ νὰ τὰ γεμίσουν μὲ τ᾽ ἀμίλητο νερό. Ἢ παράδοση ἔλεγε, πὼς αὐτὸς ποὺ πήγαινε νὰ γεμίσει τὴ στάμνα του, ἔπρεπε νὰ μὴ μιλήσει μὲ κανένα στὸ δρόμο του, ὅποιον καὶ νὰ συναντοῦσε, μέ- χρι νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπιτικό του, γιὰ νὰ πάει καλὰ ἡ χρονιά... Πολλὲς φορὲς μερικοὶ ἕενυχτισμένοι μόρτες, ἅμα ἔβλεπαν στὸ δρόμο καμμιὰ νοστιμούλα μὲ τὸ σταμνί τῆς, ἄρχιζαν τὰ πειράγματα, μὰ κείνη ποῦ νὰ μιλήσει. Κάποιος γέρο «κηρατζῆς τῆς παλιᾶς Μυτιλήνης, μοῦ διηγόταν πώς ἡ παράδοση ἔλεγε, πὼς ὅποιος ἔπινε τὸ νερὸ τῆς πηγῆς αὐτῆς, βουβαινόταν -Ίγι᾽ αὐτό τὄλεγαν κι ἀμίλητο: κι ἡ παράδοση βγῆκε τὰ χρόνια τῆς τουρκοκρατίας, γιὰ νὰ παραπλανήσει τοὺς Τούρκους καὶ πιὸ πολὺ τοὺς ὑποτα- χτικοὺς τῆς Βαλινδέ Χανούμ, ποὺ εἴχε ἐκεῖ τὸν μπαχτσέ της, γιὰ νὰ μὴ «χαλάσουν» στὸ δρόμο τοὺς Χριστιανούς, ποὺ πήγαιναν νὰ πάρουν ἀπὸ τὴ νύχτα τὸ ἁγίασμα τῆς Φανερωμένης. Στὰ χωριὰ οἱ νοικοκυρὲς ἄφηναν ἀπο- βραδὶς στὸ πεζούλι τῆς κοινοτικῆς βρύσης μελομακάρονα ἤ φοινίκια, ὅπως τὰ λὲν στὸ νησί, κέρασµα καὶ ψυχικὸ στοὺς φτωχούς, ποὺ θὰ τᾶβρισκαν, ὅταν θὰ πήγαιναν τὸ πουρνὸ νὰ πάρουν τὸ νερό. Ὅμως τὸ κέ- ρασµα τὸ ἀπολάμβαναν πιότερο τὰ χαμίνια τῆς γειτονιᾶς, ποὺ παροµόνευαν κρυμμένα στὰ ντερσέκια, γιὰ νὰ τὰ καταβροχθίσουν, μόλις οἱ θεοφοβούµενες πανηγυριώτισσες ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΙΚΟΡΕΤΖΟΣ Μακρυνὴ Πρωτοχρονιὰ τ᾿ ἀπίθωναν στὸ πεζούλι. Ωστόσο τὰ ὡραῖα αὐτά ἔθιμα ἄρχισαν σιγάἀ-σιγά νὰ ἐκφυλίζονται καὶ νὰ φθίνουν μὲ τὴ ροὴ τοῦ χρόνου, ἀναμνήσεις καὶ νο- σταλγίες ἀπ᾿ ἄλλες πιὸ ρομαντικὲς ἐποχές. 'Ο πατέρας µου. ἀφοῦ ξαναζωντάνεψε τὸ ἔθιμο μὲ τὸ νερὸ τῆς στάµνας, ἀπόσωσε λέγοντας: - - Μὲ τὴν εὐχή µου, παιδιά, σὰν τὰ στά- χυα νὰ καρπίσουν οἱ κόποι σας. Κι ὕστερα μοὔδωσε ἕνα µεγάλο ρόδι, νὰ τὸ σπάσω στὸ κεφαλόσκαλο. ΧΑ Οἱ εὐχὲς τοῦ πατέρα µου πάντα πίστευα πὼς ἔπιαναν, κι εἶχα τὸ λόγο µου νὰ τὸ πι- στεύω. ]μουν ὁ πρῶτος ποὺ λαχταροῦσα νὰ τὶς ἀκούσω. Μόνο ποὺ ἀπὸ ἕνα διάστη- μα καὶ μετὰ οἱ εὐχές φαίνεται πὼς ἄρχισαν νὰ χάνουν τὴ μαγική τους ἰδιότητα νὰ πραγματοποιοῦνται, καὶ τὸ γεγονός συνέ- πεσε ὅταν πιὰ ἄρχισα νὰ μπαίνω στὰ χρό- νια τῆς ἐφηβείας. Τὸ βράδυ τῆς παραμονῆς, πρὶν κόψει ὁ πατέρας τὴ βασιλόπιττα, ἤθελε νὰ τοῦ ὑ- ποσχεθῶ πὼς τὴ χρονιὰ ποὺ θαρχόταν θὰ ἤ- μουν πιὸ φρόνιμος καὶ στὸ σχολεῖο περισ- σότερο ἐπιμελής. ΄Ὕστερα μοῦ ἔλεγε νὰ εὐ- χηθῶ κάτι μὲ τὴν καρδιά µου κι ἐκεῖνος μὲ. διαβεβαίωνε πώς, ἂν τὸ πίστευα ἀληθινά, θὰ γινόταν. Θυμᾶμαι πὼς γιὰ πολλὰ χρόνια τὸ φλουρὶ τῆς βασιλόπιτας ἔπεφτε σὲ μένα. Ἤμουν στ) ἀλήθεια τόσο τυχερός, ποὺ τὸ γεγονὸς καταντοῦσε σκάνδαλο. Ἢ εὐχὴ ποὺ ἔκανα ἦταν πάντα, νὰ μοῦ πέσει τὸ φλουρί. Γιατὶ αὐτό, κατὰ τὸ παι- δικὸ μυαλό µου, ἦταν σημάδι ἀλάνθαστο πὼς οἱ κρυφές µου ἐπιθυμίες θὰ γίνονταν πραγματικότητα. "Αλλωστε μιὰ προηγού- µενη χρονιὰ ποὺ ἤμουν πάλι ὁ τυχερός, εἷ- χα παρακαλέσει, ὁ καινούργιος χρόνος νὰ μοῦ φέρει ἕνα ποδήλατο. Καὶ τὸ ποδήλατο, θυμᾶμαι, τὸ ἀπόχτησα τὸν ᾿ Ιούλιο, μετὰ τὸ τέλος τῆς σχολικῆς χρονιᾶς. «Τί χρείαν ἔ- χοµεν ἄλλων μαρτύρων;», μοῦ ἔλεγε ἡ λο- γική. ᾿ Αὐτό ἦταν ἀρκετό. “Ὁ “Αη-Βασίλῃης φαινόταν πολὺ μεγαλόψυχος καὶ γενναιό-
← καθαρισμένο κείμενο