ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
74ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Αλάστα Ανδρονίκη — ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ, Ν.
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ἢ
ο ΤΟΥ «Δ»
Ν. ΚΕΧΑΓΙΑΣ-ΝΑΙΘΩΝΑΣ
̓Αλάστρα ̓Ανδρονίκη
Τὶ τάχα νὰ ὀνειροπολοῦσε ἡ περικαλλὴς
κόρη, καθὼς κάθε δειλινὸ ἀπλανῶς
κοιτοῦσε τὸ Βόσπορο, ἀκουμπισμένη στὸν
παρόχθιο βράχο κατάμονη; Ποιό πλοῖο
καρτεροῦσε ἢ ποιό μήνυμα πρόσμενε νὰ.
τῆς φέρουν οἱ Βορεάδες τῆς ἀφιλόξενης θάλασσας
ἢ οἱ εὐφρόσυνες Αἰγαῖες Αὐρες;
Μὴν καὶ ἀφουγκραζόταν τὰ πνικτὰ ἀπόηχα
τῶν ἱεροτελεστιῶν τῶν ̓Ιλιέων στοὺς τάφοὺυς
τοῦ ̓Αχιλλέα, τοῦ Πατρόκλου καὶ
τοῦ Αἴαντα ἢ συνταίριαζε τὸ θρῆνο τῆς
ἝἛλλης μὲ τὸ δικό της καὶ δὲν ἤθελε νὰ
τὴν ἀφήσει ἀνάδελφη;
Αὐτὰ σκεπτόταν ὁ Γιαννάκης Παλαμίδης,
ὁ προεστὼς τῆς Καρύταινας τῆς Πελοποννήσου,
ὅταν τὴν εἶδε ἐκεῖνο τὸ δειλινὸ
νὰ ἀγναντεύει τὸ Βόσπορο κατάμονη
στὶς φλοίσβιές του ὀχθιές. Προσποιήθηκε,
πὼς καὶ ̓κεῖνος ἀγνάντευε ἀμέριμνος τὸ πέλαγος
καὶ λίγο λίγο τὴ ζύγωνε. "Οταν
πλησίασε, στάθηκε καὶ τὴν κοίταςὲ ἁτινῶς.
Βρισκόταν μπροστὰ στὴν ἐνσώματη ὁμορφιά.
Τὴ θαύμαζε, ὡς ὁ Φειδίας τὴ δορύφορη
̓Αθηνᾶ του, μέχρι τὴν ὥρα ποὺ κίνησε
γιὰ τὸ γυρισμό της στὴν Πόλη τῶν
ἑλληνικῶν ἐλπίδων. Τὰ πυρρὰ μάτια της
καὶ οἱ κρυφοὶ κυματισμοὶ τῶν διαλογισμῶν
της, ὅπως ἕρρυθμα ἐκδηλώνονταν μὲ τὶς
κυκλικὲς κινήσεις τῶν γαλανόχροων ὁφθαλμῶν
της, ὁ βαθύς, ἀλλὰ εὐγενὴς πόνος
τῆς προσμονῆς, ἡ ἑλληνόπρεπη ἐνδυμασία
καὶ ἁπλότητα τῆς κίνησης τὸν ἔκαμαν νὰ
παρακολουθεῖ τὴν κόρην, ὥς τὴν ὥρα ποὺ
χάθηκε μέσα στὸ πλῆθος.
̓Απὸ ἐκείνην τὴν ὥρα ὁ Παλαμίδης γητεύτηκε
ἀπὸ τὴν πανώρια θωριὰ καὶ τὴν ὁρατὴ
ἀπὸ τὶς κινήσεις της σοφία καὶ εὐγένεια
τῆς κόρης. Κάθε δειλινὸ ἔπαιρνε ἐκεῖνος
τὴ θέση της καὶ ἀγνάντευε κι ̓ αὐτὸς τὸ
Βόσπορο, ἐλπίζοντας, πὼς ἴσως νὰ ἕαναρχόταν
ἐκείνη ἡ κόρη στὸν ἴδιο τόπο, γιὰ νὰ
συνεχίσει τοὺς ρεμβασμούς της.
ἾΑν μάθαινε, ποιὰ ἦταν ἐτούτη ἡ πανώρια
κόρη, πολὺ θἄθελε νὰ τὴν ἔπαιρνε στὴν
Πελοπόννησο καὶ νὰ τὴ δώσει γυναῖκα στὸ
γιό του, τὸ Ρήγα Παλαμίδη. Τὄχε πάρει γιὰ
καλὰ ἀπόφαση ὁ Παλαμίδης. Ετσι κάθε
δειλινὸ καρτέραε τὴν κόρη ἐκεῖ κοντὰ
στὸν προκύμιο βράχο. Καὶ ἡ κόρη δὲν ἄργησε
νὰ φανεῖ. ̓Επιδέξια ὁ ἔμπειρος Παλαμίδης
ἀνέβηκε ἀπὸ τὴν παλιὰ κλίμακα
ποὺ ὁδηγεῖ στὴν πολύκοσμη καὶ πολύβουη
ὁδὸ τῶν Θριάμβων καὶ χάθηκε μέσα στὸ
πλῆθος. Τώρα ἦταν βέβαιος, πὼς θὰ μπορέσει
νὰ φτάσει ὡς τὸ σπίτι τῆς κόρης καὶ νὰ
μάθει τὴν γενιά της, νὰ δεῖ ἀπὸ κοντὰ τὸν
κύρη της καὶ νὰ πληροφορηθεῖ γιὰ τὶς ἀρχὲς
καὶ τὶς ἰδέες τοῦ στενοῦ περιβάλλοντός
της.
̓Αλλά λίγο ἀκόμα καὶ θὰ σωριάζονταν
κατὰ γῆς, ἀνήμπορος νὰ συγκρατήσει τὴν
γοργὴ ἀντιστροφὴ τῶν συναισθημάτων
του. Μὲ τὴν εἴσοδό του στὸ σπίτι τῆς κόρης
τἄχασε, γιατὶ ἐκεῖ βρῆκε φίλους τοῦ
Δεληγιάννη καὶ τοῦ Λόντου νὰ συνομιλοῦν
μὲ τὴν κόρη.
Νὰ πάρει ἡ εὐχή, μὲ πρόλαβαν ἄλλοι,
συλλογίστηκε.
"Ανθρωπος, ὅμως, μὲ πολλὴ σύνεση ὁ
Παλαμίδης προσποιήθηκε πὼς ζητοῦσε τὸν
ἀντιπρόσωπο τοῦ Σωτηράκη, ποὺ βρίσκονταν
τὴν ὥρα ἐκείνη στὴν Πόλη μὲ εἰδικὴ
ἀποστολή. Ζήτησε συγγνώμη καὶ ἔκαμε νὰ
φύγει, μὰ δὲν τὸ πρόφτασε.
Αὐθόρμητα καὶ ἐπιτακτικὰ ἡ πανώρια
κόρη τοῦ λέει:
Πρόσεχε, Παλαμίδη! Σήμερα σὲ ᾱναζήτησα
ἐκεῖ ποὺ οἱ ἕλληνες ἀγναντεύουν
τὸ πέλαγο καὶ περιμένουν τὶς ἐλπίδες τους
νὰ κινήσουν τὸ χορὸ στὴν πύλη τοῦ Ῥωμανοῦ
καὶ στ ̓ ὀρθρινὸ νὰ βεβαιώσουν τὴ συνέχεια
τῆς λειτουργίας τοῦ ἑλληνικοῦ στὴν
̓Αγιὰ Σοφιά, ὅμως δὲν ήρθες καὶ ἄρχισα
νὰ ὀἀνησυχῶ, μὴν τύχει καὶ δὲν προλάβω,
νὰ ξαναδῶ τὸν Παλαμίδη, ποὺ κρύβεις μέσα
σου καὶ τὴν "Ἑλλάδα ποὺ θρονιάζεις
καὶ λειτουργεῖς μέσ ̓ στὴ ψυχή σου. Τώρα
ξέρω, πώς, ὅπου νᾶναι, ἡ ἐλπίδα θὰ φανεῖ
καὶ τὸ ἑλληνικὸ θὰ ἐπιστρέψει στὴ Βυζαντινἠ
κοιτίδα του λεύτερο πάλι νὰ δασκαλεύει
τὴ φρικτὴ ̓Ασία. Θωρῶ τὸ ἑλληνικὸ
πνεῦμα νὰ στήνει πνευματικοὺς πυλῶνες
στὴν ̓Ασία καὶ ἐκεῖ νὰ ἀδελφώνει τοὺς
λαούς, ὅλους τοὺς λαούς, λευκοὺς καὶ μελαψοὺς
καὶ πυρρόχροους καὶ ἀπὸ τὸ Βόσπορο
τὰ πλοῖα τῆς εἰρήνης καὶ τῆς συνα-