ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
75ΜΑΡΤΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Δήλωση και έκκληση — ΛΑΜΠΡΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΗ
Στὸ τεῦχος 73 (Ιανουαρίου) κάναμε στὴ
στήλη αὐτὴ μιὰ πρώτη προσπάθεια ἀξιολογήσεως
τῆς καταπληκτικῆς ἑρμηνείας τῆς γενέσεως
τοῦ ἀνθρώπινου προφορικοῦ καὶ γραπτοῦ
Λόγου, ποὺ στοιχειοθετεῖ ἀργὰ καὶ μεθοδικὰ
ὁ κ.
̓Ηλίας Λεωνίδα Τσατσόμοιρος
στὸ «Δαυλό», καθὼς καὶ μιὰ πρώτη ἀναφορὰ
στὶς συνέπειες ποὺ θὰ ἔχη κατὰ τὴ γνώμη μας
ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς γλωσσολογίας, τῆς φιλολογίας,
τῆς ἱστορίας, τῆς ἐπιστήμης γενι-.
κά, τοῦ πολιτισμοῦ καὶ γενικότερα τῆς δομῆς
τῆς ἀνθρώπινης διάνοιας τὸ νέο αὐτὸ πολὺ
μεγάλο ἐπιστημονικὸ «γεγονὸς», ποὺ στιγματοδοτεῖται
τώρα στὶς στῆλες τοῦ Περιοδικοῦ
αὐτοῦ. Μολονότι μπορεῖ καθένας εὔκολα νὰ
ἀμφισβητήση τὶς ἐκτιμήσεις μας αὐτὲς (διότι
«οὔπω καιρός»). ὅμως ἐμεῖς δικαιούμεθα νὰ τὶς
συμπληρώσουμε, ἀφοῦ ὁ κίνδυνος νὰ μιλήσουμε
ἀνεύθυνα, νὰ διαψευσθοῦμε καὶ νὰ ἐκτεθοῦμε,
στὴν περίπτωση ποὺ βρισκόμαστε
σὲ πλάνη, ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἰσχυρὴ «ἐγγύηση»
ποὺ παρέχουμε στὸν ἀναγνώστη γι ̓ αὐτὰ ποὺ
λέμε, ἀλλὰ καὶ τὸ μὴ δυνάμενο νὰ παραμερισθῆ
κίνητρο γιὰ ἔγκαιρη ἀνάληψη τῶν πνευματικῶν
εὐθυνῶν ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅταν δὲν θὰ
εἶναι πιὰ ἀργὰ (ὅταν «μηκέτι καιρός»).
Δηλώνουμε λοιπόν, ὅτι μὲ τὴ μέθοδο αὐτὴ
«λύσεως» καὶ ἑρμηνείας τῆς ἑλληνικῆς λέξεως
ἐπιτυγχάνεται ἕνα τεράστιο ρῆγμα στὸ τεῖχος
ποὺ ἔως σήμερα ὡριοθετοῦσε τὴν «αἰχμὴ» τῶν
ἀνθρωπίνων ἱστορικῶν καὶ θεωρητικῶν γνώσεων.
̓Αν ἡ «ὠργανωμένη» ἑλληνικὴ λέξη ἀποτελῆ
τὸν τέλειο «ὁρισμὸ» τῆς ἔννοιας ποὺ
περικλείει, μὲ πλήρη καταγραφή, διὰ τῶν
γραμμάτων ποὺ τὴν ἀποτελοῦν, ὄχι μόνο τῆς
«εἰδοποιοῦ» της διαφορᾶς ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν
γνωρισμάτων της, κυριολεκτικῶν ἀλλὰ καὶ
μεταφορικῶν, συγκεκριμένων ἀλλὰ καὶ άφηρημένων,
πραγματικῶν ἀλλὰ καὶ δεοντολογικῶν,
ἐπιστημονικῶν ἀλλὰ καὶ φιλοσοφικῶν,
περιστασιακῶν ἀλλὰ καὶ ὑπερχρονικῶν (καὶ
μάλιστα κατὰ σειρὰν σημασίας ἑνὸς ἑκάστου
γνωρίσματος ἀνάλογη πρὸς τὴ σειρὰ προτεραιότητας
τῶν γραμμάτων ποὺ τὴν συνθέτουν,
ὅπως θὰ φανὴ στὰ ἑπόμενα τεύχη τοῦ «Δαυλοῦ»,
ὅπου θὰ συναχθοῦν οἱ κανόνες κατασκευῆς
τῆς ἐλληνικῆς λέξεως στὰ πανάρχαια
«Μουσεῖα Λόγων»), τότε ὑποχρεωτικὰ θὰ πρέπει
νὰ δεχθοῦμε ὅτι σὲ ἐποχὲς ποὺ χάθηκαν μέσα
στὸ σκότος τοῦ ἀπώτερου παρελθόντος ἡ ἐπιστημονικὴ
καὶ «λογικὴ» ἀνάπτυξη τοῦ πολιτισμοῦ
εἶχε φθάσει σὲ τέτοια ἐπίπεδα, ὅπου
μόνο στὸ μέλλον μὲ τὴν πλήρη ἀνάπτυξη τῶν
προγραμμάτων τῶν Μἠλεκτρονικῶν ὑπολογιστῶν
μπορεῖ ἴσως νὰ ξαναφθάση. Γιὰ νὰ συλλάβη
κανεὶς τὴν ἕκταση τῆς πανάρχαιας αὐτῆς
φοβερῆς ̓Εποποιῖας τοῦ Πνεύματος, ἂς
σκεφθεῖ μόνο πόσες λίγες αὐστηρῶς καθωρισμένες
ἔννοιες-λέξεις προστίθενται σήμερα
στὶς ἀνθρώπινες γλῶσσες, ὕστερα μάλιστα ἀπὸ
τὶς προσπάθειες χιλιάδων πρωτοπόρων ἐ-
πιστημόνων καὶ ἐρευνητῶν νὰ ἀνακαλύψουν
τὴν κάθε νέα ἔννοια στὸ ἐργαστήριο ἢ τὸ
σπουδαστήριό τους, νὰ τὴν ἐπεξεργασθοῦν
καὶ νὰ τὴν ὁρίσουν ἀναλυτικὰ καὶ νὰ τὴν
«βαφτίσουν» πλέον ὡς ὅρον (μὲ τὴ βοήθεια μάλιστα,
ἀκόμη καὶ σήμερα, τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς
λέξεως ἢ ἔννοιας, ἀφοῦ. ὡς γνωστόν, οί
ὅροι τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς φιλοσοφίας ἐξακολουθοῦν
νὰ ἀντλοῦνται ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ
γλῶσσα ἢ πάντως ἀπὸ ἔννοιες τὶς ὁποῖες διαθέτει
ὡς νοητικὲς «συλλήψεις» τὸ ἀρχαῖο ἑλληνικὸ
λεξιλόγιο).
Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ πρώτη καταγραμμένη
ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ ἡσιόδεια-όμηρική, εἶναι
ἕνα τέλειο δημιούργημα μυριάδων καθωρισμένων
ἐννοιῶν-συλλήψεων τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγκεφάλου,
τὸν πλοῦτο τῶν ὁποίων καμμιὰ ἄλλη
ἀρχαία γλῶσσα οὔτε κατὰ μακρυνὴ προσέγγιση
διαθέτει. ἐπιβεβαιώνει τὴ σκέψη γιὰ
τὴν προὔπαρξη τῆς γιγάντιας αὐτῆς ̓Εποποιἴας.
̓Η ἄποψη ὅτι δύο ἄνθρωποι, ὁ “Ὅμηρος
καὶ ὁ
̓Ησίοδος, ἢ ὅσοι ἄλλοι θέλετε, δημιούργησαν
ἐκ τοῦ μὴ ὄντος, ἐξ ὑπαρχῆς καὶ
ξαφνικὰ αὐτὸ τὸ «θαῦμα», ἂν ὄχι δόλια, εἶναι
ἀσφαλῶς παιδαριώδης καὶ ἀφ ̓ ἑαυτῆς ἀπορριπτέα.
̓
Ἢ ὄχι ἀμέσως κατανοητὴ ρήση τοῦ ἀρχαίου
σοφοῦ, ὅτι ἂν ὑπάρχουν θεοὶ μόνο ἑλληνικὰ
ὁμιλοῦν, ἀποκτᾶ τώρα πλήρη διαύγεια
ὡς κυριολεξία καὶ παύει νὰ φαίνεται ὡς ρητορικὸ
σχῆμα: Οἱ ἄνθρωποι-θεοὶ (καμμιὰ σχέση
μὲ τὴ σύγχρονη βάρβαρη καὶ ἐξουσιαστικὴ
ἔννοια «Θεός»), οἱ ἄνθρωποι δηλαδὴ τοῦ ἐλληνικοῦ
χώρου ποὺ «ἐθεῶντω» τὸ ἐπιστητὸ
καὶ «ἐθ[εσμοθετοῦσαν» τὸ Λόγο καὶ τὴν ἀτομικὴ
καὶ ὁμαδικὴ ζωή, ὄχι μόνο ὠμιλοῦσαν
ἑλληνικὰ ἀλλὰ ἦταν οἱ ἴδιοι οἱ δημιουργοὶ
τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
Αν ἡ σύντομη αὐτὴ ἀξιολόγηση τοῦ ἐπιστημονικοῦ
γεγονότος τῆς ἑρμηνείας τῆς γενέσεως
τοῦ ἀνθρωπίνου Λόγου ἔχη λογικὰ θεμέλια
καὶ πραγματικὲς ἀποδείξεις, ὅπως διακινδυνεύω
νὰ βεβαιώσω ἐγὼ ἐδῶ, δὲν χρειάζεται
νὰ προσθέσω. νομίζω, τώρα τίποτε ἄλλο. Θὰ ἀφήσω
τὸν σκεπτόμενο ἀναγνώστη νὰ προεκτείνη
ἐλεύθερα μόνος του τὶς παραπάνω ἐκτιμήσεις
καὶ νὰ προβλέψη τὶς συνέπειες τοῦ
γεγονότος στὴν ἐπιστήμη καὶ τὴ Ζωὴ ἐν γένει
τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος" καὶ ἴσως νὰ
συναισθανθῆ τὸ καθῆκον του ὡς ἀνθρώπου
γιὰ τὴν συμβολή του, μέσα στὰ πλαίσια τῶν ἀτομικῶν
του δυνατοτήτων, στὴν προαγωγή, ἀνάπτυξη,
«διόρθωση» (ποὺ ἴσως ἔχει ἀνάγκη)
καὶ ὁλοκλήρωση τῆς ἔρευνας αὐτῆς; Ὅλοι οἱ
διανοούμενοι μποροῦν πράγματι νὰ συμμετάσχουν
στὴ μεγάλη προσπάθεια, ἀκόμη καὶ οἱ
«μὴ εἰδικοί». Γιατὶ καὶ ἡ σύλληψη καὶ ἡ μέχρι
τώρα διεξαγωγὴ καὶ ὑποστήριξη τῆς ἔρευνας
γίνεται ἀπὸ μὴ εἰδικούς, γίνεται ἀπὸ ἐρασι-τέχνες.
Δ.Ι.Λ.