ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

75ΜΑΡΤΙΟΣ 1988

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4267 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
58 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η μάχη των Κάτι — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
    ἀρχή: σελ. 4267 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 75

Κείμενο φύλλου

τν ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΠΙΜΑ ἢ . ΤΟΥ͂ «ἀν Ἢ Μάχη τῶν Κάτι ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ. τίσει ἀνεπανόρθωτα τὸ περίβλημα τῆς νησίδας καὶ χυθοῦν τὰ ἐσώτερα καὶ καταστρέψει ὅ,τι περισσότερο χρειαζόταν, τὸ Κάτι πολὺ μικρό, σὰ βλῆμα ποὺ ἀλλάζει σχήματα, γινόταν τρίχα ἐπιμήκης. Τὸ Κάτι εἰσχώρησε. Στὸ ἐσωτερικὸ νερό, ποὺ δὲν τὸ εἷχε ξαναδεῖ κι ὅμως τὸ γνώριζε, νερὸ ὑαλῶδες, παλλόμενο στὸ ρυθμὸ τῆς ζωῆς. (Πάντα ἡ βροχὴ εἶναι τροφή. Παρέχει ὑλικὰ ἐπιβίωσης πάντα). Στὸ νερὸ ἠρέμησε. Εὐτυχία. Κι ὅμως ἡ τάση του γιὰ ὅμοιους, ποὺ αὐτὸ τὸ ἕνα Κάτι θὰ ἔφτιαχνε, τόκανε νὰ τρέμει καὶ νὰ βιάζεται ἀφόρητα. Τὸ Κάτι ἤξερε. Κάπου περνοῦσαν ἀπὸ τὴ μηχανὴ ἀναδημιουργίας, τὴ μάνα, ἂς ποῦμε, καὶ γεννιόταν τὰ νέα «Τέτοιὰ» (οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ), ποὺ τὸ κηπεύονταν καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσαν. Τὴ μάνα-κομπιοῦτερ γύρευε τὸ Κάτι, Τὴ βρῆκε στὰ θεοσκότεινα. Μπῆκε μέσ ̓ στὰ γρανάζια, παραμερίζοντας κώδικες καὶ καταλύτες, σὰν τέλειος μηχανικός, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια πρὶν ἀπ ̓ τὴ γέννησή του εἶχε ἔκπαιδευτεῖ. Στραβὸς μηχανικός, ἄχερος κι ̓ ἐσωτερικὰ κλεισμένος. Μιὰ μπάλλα καμικάζι μηχανικοῦ προσαρμογῆς. Μπῆκε, τὰ πέρασε μπρὸς-πίσω, τ ̓ ἄνοιξε στὸ μέγεθός του, τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ σὰν πρότυπο βάζοντας. -- ̓Εγώ, ἔλεγε γιὰ πρώτη καὶ τελευταία φορά, ἐκφράζοντας μὲ ἔργο τὴν μόνη βαρύτατης σημασίας δουλειὰ ποὺ ἔκανε. ̓Εγώ. Τέτοια θὰ φτιάχνεις ἀπ ̓ ἐδῶ καὶ μπρός. ̓Εμένα σ ̓ ἄπειρες μορφές. Πιὸ γρήγορα, βιαζόμαστε νὰ κυριεύσουμε τὸν κόσμο. Ο πόλεμός μας δὲν θὰ τελειώσει ποτέ. Καὶ τὰ γρανάζια κοπιαρίσματος τῆς κυτταρικῆς μήτρας προσαρμόστηκαν ἀθέλητα στὸ δικό του τὸ σῶμα. Τὸ σκληρό, ἔντονο περίβλημα τὰ καθυπόταξε καὶ τὸ κρυφό του ὅπλο, ἡ ὁμοιότητα, ἴδιο μ ̓ ὅλα τὰ ἰθαγενῆ Κάτι ποὺ Τὸ Κάτι περιπλανιόταν σὲ σκοτεινὸ ἄπειρο. Δὲν εἶχε μάτια, δὲν εἶχε μύτη, δὲν εἶχε ἀντιδράσεις. Τὸ περίβλημά του συμπαγές, κι ὅμως τὰ στὸ κενὸ διασπαρμένα μόρια οὐσίας εὕρισκαν πόρους, γιὰ νὰ μποῦν μέσα του. Ἔτσι ἔτρωγε κι ἤξερε. Οχι ζοῦσε... ἤξερε τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸ παλλόμενο νησί. Κι ἦταν παλλόμενα νησιὰ γεμᾶτος ὁ οὐρανός. 'Η εὐτυχία. Δὲν τόξερε κι αὐτό. Τόσπρωχνε ἡ τυφλὴ ἀνάγκη προγραμματισμένη σ ̓ ἔνστιχτο. Κάτω του, ἂν λέγεται κάτω, ὁ κόσμος σ ̓ ἀπέραντες κοιλάδες αἱμοφόρων χόρτων περικλεισμένων, ρυάκια ποὺ τὶς διαπερνοῦσαν ὅλα στὸ ρυθμὸ τοῦ χτύπου τοῦ Σύμπαντος, ποὺ κράταγε ἀπὸ γεννησιμιοῦ καὶ θάμενε αἰῶνες κι αἰῶνες, φθειρόμενο ἀργά, ὅπως φθείρεται τὸ κάθε Σύμπαν, τόσο ἀπέραντα ἀργά, ὥστε τὸ Κάτι, ἂν γινόταν νὰ σκεφτεῖ, οὔτε νὰ τὸ συλλάβει θὰ μποροῦσε. Τὸ τώρα εἶχε τὴ σημασία. Καὶ τώρα οἱ ἅλικες πεδιάδες τραβοῦσαν τὴν ποτιστικἡ παλίρροια. --- Πλημμυρίδα, οὐρλιάζαν οἱ κράχτες. Τροφή. "Ηρθε τὸ αἷμα. Καὶ τὰ χόρτα ὁλόγυρα εὐφραίνονταν σαρκοβόρα. Χόρτα, χῶρες ἀτέλειωτες, χίλιες φορὲς νὰ χωθεῖ τὸ Κάτι μέσα τους καὶ χίλιες φορὲς νὰ λυώσει, καθὼς γυάλιζε σὰν τὴ σφαῖρα, σὰν τὴ βολίδα σφενδονιζόμενο, σκοτεινό, ὅπως πυρίμαχο ὑλικὸ ἀνοξείδωτου διαστημόπλοιου. ̓Αν τὸ χτύπαγες, θὰ ξέΦφευγε μὲ «γκὲλ» καὶ πηδήματα καὶ θὰ χανόταν. Η μηδαμινότητα τὸ ἔσωζε. Πυρῆνας μόνο. Ἢ νησίδα ἔπλεε γαλήνια στὸν οὐρανὸ κι ἡ ἡμιδιάφανη φούσκα τῆς τὴ συγκρατοῦσε καὶ περιμάζευε τὴν ἐσωτερικὴ πίεση. Εἶδος ὑγρῆς ἀτμόσφαιρας τὴν χώριζε ἀπὸ τὴν γύρω ζέστη, τὴ γεμάτη ξένα ὑγρὰ κι ὄντα πολύπλοκα. Τὸ Κάτι προσεχτικά, μὴν τραυμα-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →