ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
75ΜΑΡΤΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η μάχη των Κάτι — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
τν ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΠΙΜΑ ἢ
. ΤΟΥ͂ «ἀν
Τὸ Κάτι περιπλανιόταν σὲ σκοτει-
νὸ ἄπειρο. Δὲν εἶχε μάτια, δὲν εἶχε μύ-
τη, δὲν εἶχε ἀντιδράσεις. Τὸ περίβλη-
μά του συμπαγές, κι ὅμως τὰ στὸ κενὸ
διασπαρμένα μόρια οὐσίας εὕρισκαν
πόρους, γιὰ νὰ μποῦν μέσα του. Ἔτσι
ἔτρωγε κι ἤξερε. Οχι ζοῦσε... ἤξερε
τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸ παλλόμενο νησί. Κι
ἦταν παλλόμενα νησιὰ γεμᾶτος ὁ οὐ-
ρανός. 'Η εὐτυχία. Δὲν τόξερε κι αὐτό.
Τόσπρωχνε ἡ τυφλὴ ἀνάγκη προγραμ-
ματισμένη σ᾽ ἔνστιχτο.
Κάτω του, ἂν λέγεται κάτω, ὁ κό-
σμος σ᾽ ἀπέραντες κοιλάδες αἱμοφό-
ρων χόρτων περικλεισμένων, ρυάκια
ποὺ τὶς διαπερνοῦσαν ὅλα στὸ ρυθμὸ
τοῦ χτύπου τοῦ Σύμπαντος, ποὺ κράτα-
γε ἀπὸ γεννησιμιοῦ καὶ θάμενε αἰῶνες
κι αἰῶνες, φθειρόμενο ἀργά, ὅπως
φθείρεται τὸ κάθε Σύμπαν, τόσο ἀπέ-
ραντα ἀργά, ὥστε τὸ Κάτι, ἂν γινόταν
νὰ σκεφτεῖ, οὔτε νὰ τὸ συλλάβει θὰ
μποροῦσε. Τὸ τώρα εἶχε τὴ σημασία.
Καὶ τώρα οἱ ἅλικες πεδιάδες τραβοῦ-
σαν τὴν ποτιστικἡ παλίρροια.
--- Πλημμυρίδα, οὐρλιάζαν οἱ κρά-
χτες. Τροφή. "Ηρθε τὸ αἷμα.
Καὶ τὰ χόρτα ὁλόγυρα εὐφραίνο-
νταν σαρκοβόρα. Χόρτα, χῶρες ἀτέ-
λειωτες, χίλιες φορὲς νὰ χωθεῖ τὸ Κάτι
µέσα τους καὶ χίλιες φορὲς νὰ λυώσει,
καθὼς γυάλιζε σὰν τὴ σφαῖρα, σὰν τὴ
βολίδα σφενδονιζόµενο, σκοτεινό, ὅ-
πως πυρίµαχο ὑλικὸ ἀνοξείδωτου δια-
στηµόπλοιου. ᾿Αν τὸ χτύπαγες, θὰ ξέ-
Φφευγε μὲ «γκὲλ» καὶ πηδήματα καὶ θὰ
χανόταν. Η μηδαμινότητα τὸ ἔσωζε.
Πυρῆνας μόνο.
Ἢ νησίδα ἔπλεε γαλήνια στὸν οὐ-
ρανὸ κι ἡ ἡμιδιάφανη φούσκα τῆς τὴ
συγκρατοῦσε καὶ περιμάζευε τὴν ἐσω-
τερικὴ πίεση. Εἶδος ὑγρῆς ἀτμόσφαι-
ρας τὴν χώριζε ἀπὸ τὴν γύρω ζέστη,
τὴ γεμάτη ξένα ὑγρὰ κι ὄντα πολύπλο-
κα.
Τὸ Κάτι προσεχτικά, μὴν τραυµα-
Ἢ Μάχη τῶν Κάτι
ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ.
τίσει ἀνεπανόρθωτα τὸ περίβλημα τῆς
νησίδας καὶ χυθοῦν τὰ ἐσώτερα καὶ
καταστρέψει ὅ,τι περισσότερο χρειαζό-
ταν, τὸ Κάτι πολὺ μικρό, σὰ βλῆμα
ποὺ ἀλλάζει σχήματα, γινόταν τρίχα ἐ-
πιµήκης. Τὸ Κάτι εἰσχώρησε.
Στὸ ἐσωτερικὸ νερό, ποὺ δὲν τὸ εἷ-
χε ξαναδεῖ κι ὅμως τὸ γνώριζε, νερὸ
ὑαλῶδες, παλλόμενο στὸ ρυθμὸ τῆς
ζωῆς. (Πάντα ἡ βροχὴ εἶναι τροφή.
Παρέχει ὑλικὰ ἐπιβίωσης πάντα). Στὸ
νερὸ ἠρέμησε. Εὐτυχία.
Κι ὅμως ἡ τάση του γιὰ ὅμοιους,
ποὺ αὐτὸ τὸ ἕνα Κάτι θὰ ἔφτιαχνε, τό-
κανε νὰ τρέμει καὶ νὰ βιάζεται ἀφόρη-
τα. Τὸ Κάτι ἤξερε. Κάπου περνοῦσαν
ἀπὸ τὴ μηχανὴ ἀναδημιουργίας, τὴ μά-
να, ἂς ποῦμε, καὶ γεννιόταν τὰ νέα «Τέ-
τοιὰ» (οἱ κάτοικοι τοῦ νησιοῦ), ποὺ τὸ
κηπεύονταν καὶ τὸ χρησιμοποιοῦσαν.
Τὴ μάνα-κομπιοῦτερ γύρευε τὸ Κάτι,
Τὴ βρῆκε στὰ θεοσκότεινα. Μπῆκε
μέσ᾽ στὰ γρανάζια, παραμερίζοντας
κώδικες καὶ καταλύτες, σὰν τέλειος
μηχανικός, ποὺ χρόνια καὶ χρόνια
πρὶν ἀπ᾿ τὴ γέννησή του εἶχε ἔκπαι-
δευτεῖ. Στραβὸς μηχανικός, ἄχερος κι᾽
ἐσωτερικὰ κλεισμένος. Μιὰ µπάλλα
καμικάζι μηχανικοῦ προσαρμογῆς.
Μπῆκε, τὰ πέρασε μπρὸς-πίσω, τ᾽
ἄνοιξε στὸ μέγεθός του, τὸν ἴδιο του
τὸν ἑαυτὸ σὰν πρότυπο βάζοντας.
--᾿Εγώ, ἔλεγε γιὰ πρώτη καὶ τε-
λευταία φορά, ἐκφράζοντας μὲ ἔργο
τὴν μόνη βαρύτατης σημασίας δουλειὰ
ποὺ ἔκανε. ᾿Εγώ. Τέτοια θὰ φτιάχνεις
ἀπ᾿ ἐδῶ καὶ μπρός. ᾿Εμένα σ᾽ ἄπειρες
μορφές. Πιὸ γρήγορα, βιαζόμαστε νὰ
κυριεύσουμε τὸν κόσμο. Ο πόλεμός
μας δὲν θὰ τελειώσει ποτέ.
Καὶ τὰ γρανάζια κοπιαρίσματος
τῆς κυτταρικῆς μήτρας προσαρµόστη-
καν ἀθέλητα στὸ δικό του τὸ σῶμα. Τὸ
σκληρό, ἔντονο περίβλημα τὰ καθυπό-
ταξε καὶ τὸ κρυφό του ὅπλο, ἡ ὁμοιό-
τητα, ἴδιο μ᾽ ὅλα τὰ ἰθαγενῆ Κάτι ποὺ