ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
76ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Περί το μυστήριον του Λόγου — ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΣ, Σ.
Κείμενο φύλλου
ας
ΕΙΠΛΟΓΗ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ ΑΝΑΙΓΝΩΣΤΙΟ
Περὶ τὸ μυστήριον τοῦ λόγου
̓Αξιότιμε κύριε διευθυντά,
Στὴν ἐπιστολὴ τοῦ γυμνασιάρχου κ. Φ.
Μπουζάνη, καὶ σχετικὰ μὲ τὸν «Κώδικα
σημασιῶν» τῶν γραμμάτων τῆς ἑλληνικῆς
γλώσσας (ἀλίμονον, πάντα πεισματικά...
φοινικικῶν κατὰ τὸν ἀδικοῦντα ἑαυτὸν κ.
Μπαμπινιώτη...), νομίζω ἀπαραίτητο νὰ ὑπογραμμισθοῦν
τὰ περὶ Μαντείας: αὐτῆς,
ποὺ δίχως ἄλλο τῆς διαφεύγει ἡ μείζων
σημασία πολύτιμων καὶ δυσπρόσιτων τοῦ
ἀρχαίου ἑλληνικοῦ λόγου. Θαρρῶ, σωστὰ
ὁ ἀξιότιμος ἐπιστολογράφος σας ὑποστηρίζει,
πώς, προκειμένου ν ̓ ἀγκιστρωθεῖ-άνασυρθεῖ
τὸ καίριο-πολύτιμο (αὐτὸ ποὺ ἐννοηματώνουν
τὰ συμβατικῶς μόνον μαρτυρικὰ
ψηφία), δέον ὅπως στὴν καθόλου παιδείαν
τοῦ μελετητοῦ-μεταφραστοῦ συγκαταριθμεῖται
καὶ ἡ
Μαντεία
--- πλέον τῆς ἀγωνίας, μόχθου, ἐφευρετικότητας,
ὀξύνοιας...
«Μάντις ὁ συνεργάτης σας;» (δηλαδὴ ὁ
κ. ἸΤσατσόμοιρος), ἀπορεῖ δῆθεν ὁ κ.
Μπουζάνης («Δαυλός»/74, σελ. 487). Γιὰ
ν ̓ ἀπαντήσει ὁ ἴδιος: «Ναὶ ἀσφαλῶς, διότι
κατὰ τοὺς γάλλους, διὰ νὰ εἶναι κανεὶς εἰς
θέσιν νὰ ἑρμηνεύσει ἤ κοινῶς νὰ μεταφράσει
ἕν ἀρχαιοελληνικὸν κείμενον, πρέπει, ἐκτὸς
τῆς ἄλλης παιδείας νὰ εἶναι καὶ
ΜΑΝΤΙΣ.
Αὐτὸς δὲ εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον
χρησιμοποιεῖται ὁ ὅρος “ἀονίπογ ̓", μαντεύειν,
προκειμένου περὶ καλῆς ἀποδόσεως
ἀρχαίων φράσεων».
“ὥστε, μὲ δεδομένους τοὺς ὁρισμοὺς:
Μάντις: ὁ δι ̓ αὐστηρᾶς ὀρθολογιστικῆς
πορείας (πρόσω-ὀπίσω) κατ ̓ ἀντίληψιν
προβλέπων ἢ συνάγων,
Μαντεία: τὸ ἀνακαλύπτειν τὰ ἄγνωστα (ἢ
προφητεύειν-προλέγειν τὰ μέλλοντα) καὶ
Διαίσθησις: ἡ διὰ τοῦ ὑποσυνειδήτου γνῶσις-κατανύησις
(α), δικαίως, κ. διευθυντά,
φρονῶ τὴν παρατήρησι τοῦ κ. Μπουζάνη
καίρια ἐπισήμανσιν.
Τουτέστι ἕνα γερὸ «πιάσιμο ἀπ ̓ τὰ
μαλλιὰ» πρωτεύουσας ἑρμηνευτικῆς πτυχῆς,
ποὺ μᾶλλον διέφευγε τῆς παρ ̓ ἡμῖν
ξηρότητας-ἀγονίας-ἀνεμπνευστίας-άχαροσύνης,
ἰδιαίτατα προκειμένου γιὰ τὴν βαρύτητα
τοῦ προγονικοῦ θεωρητικοῦ λόγου.
Ὅτι ἐδῶ ὁ μελετητὴς ὀφείλει νὰ διακρίνειἀπομονώσει
(κατακτήσει-διατυπώσει) ὀμφαλὸν
καὶ ὁλκὴν
συγκλονιστικοῦ εὔρους ἐννοιῶν.
Ὁ ὑποφαινόμενος, παρὰ τὸ αὐτονόητον
ὅτι ἡ λέξις μάντις πρέπει νὰ ἐκλαμβάνεται
στὴν ἱερή τῆς σημασίαν καὶ παρὰ τὸ ὅτι
νιώθω κέντρον τὸν ὅρον (νὰ μὲ κεντᾶ), εἰδικὰ
γιὰ τὸν κ. Τσατσόμοιρο καὶ γενικὰ μὲ
τὴν χάραξι καινούργιων ὁδῶν --ρηξικέλευθον,
χρησιμοποιῷ τοὺς ὅρους «ποίησις»-ἀ«ποιητὴς».
Τοῦτο ἐν τῆ βεβαιότητι ὅτι
«ποίησις» δὲν εἶναι ἡ φάβα τῶν παρ ̓ ἡμῖν
διεκδικητῶν... συντάξεως ποιητῶν, μὰ ἡ
βιούμενη ἐρωτικὴ προσαρμογὴ στὰ ἐπὶ μέρους
τοῦ φυσικοῦ κόσμου --- ἡ ἐν συμμετρία,
ἄλλως, αὐτοένταξις στὸ συμπαντικὸν
γίγνεσθαι!
Ποὺ σημαίνει πώς ἄξια λόγου ποίησις
εἶναι ἡ ἀδιατάρακτη, ἱλαρὴ βουλὴ-δράσις
τῆς «ἄλλης φύσης μέσα στὴ Φύσι» (β) ὅπως
προσαρμόζεται ἀριστεία (γ), καὶ ἄξιος σεβασμοῦ
ποιητὴς αὐτὸς ποὺ ζῆ (κάνει πράξιἔργον-πολιτεία
του) τὴν ποίησι -- ἀδιάφορο
ἂν τὴν διατυπώσει ἢ ὄχι (περισσότερα
σὲ προσεχῆ ἐργασία μου).
Ὅ,τι λοιπὸν θὰ τολμήσω νὰ ὑπογραμμίσω,
δὲν εἶναι ὅτι ὁ ὅρος μαντεία περιέχεται
στὴν βακχικὴ «μυστηριακὴ» μὰ οὐσιαστικότατη
πληρότητα τῆς ποίησης, μὰ πὼς
σὲ πλαίσια διάχυσης (καταπλημμύρισης) ἡ
ἴδια αὐτὴ (ποίησις) λειτουργεὶ καὶ
«μαντικά»,
ἤτοι ὡς ἄπειρα ἐλαστικὴ ἑαυτῆς ἱκανότης
εἰς προσαρμογὴν (δ), εἰς ἀπολυτότητα ἐπαφῆς
πρὸς ὅσα, διαφεύγοντα τῆς ἑρμηνευτικῆς
ραθυμίας-ξηρότητας-ἀτονίαςστειρότητας,
διορίζονται (εἰς αὐτοπαρηγο-