ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
76ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο επιληπτικός — ΚΥΠΡΟΣ, ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΜΗΠΙΜΑῚ
-- ΤΟΥ «ἀν
ΚΥΠΡΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΗΣ
Ὃ
ἐπιληπτικὸς
Τὸ σπίτι πραγματικὰ ἀναστατώθηκε.
Ἔπεσε τὸ ταβάνι καὶ πλάκωσε τὸ καθετί.
ἝἛνας πνιγηρὸς ἀγέρας μπαινόβγαινε στὰ
δωμάτια. ”Αλλος κρότος ἀπὸ τὸ λυγμὸ δὲν
κυκλοφοροῦσε. Κάπου-κάπου μισακουόταν
κάποιος ἀναστεναγμός, ἀλλὰ τοῦτος δὲν
χρωμάτιζε τὸ χῶρο μὲ μιὰ κάποια ποικιλία.
Καὶ ξαφνικὰ τὰ πάντα ἀλλάξανε μορφή,
φτάσανε στὸ τραγικὸ πρόσωπο. Τὸ κλειδὶ
ἄνοιξε μὲ χαρωπό, ὅπως πάντα, τόνο τήν
ξώπορτα. Καὶ μπῆκε ἡ "Ελένη μὲ τὸ ξανθὸ
κεφάλι. Τὰ μεγάλα μάτια καὶ τὸ τριανταφυλλένιο
χαμόγελο. ́Ὅμως μεμιᾶς, σὰν ἀπὸ
ἔνστικτο, ἔνοιωσε μιὰ μαυρίλα στὸ σπίτι.
ΓΑλλαξε ὕφος. Κοντοστάθηκε. Κι ̓ ὕστερα
προχώρησε πρὸς τὸ καθιστικὸ μ ̓ ἕνα
παράξενο βῆμα πολὺ ἐρωτηματικό. Τὰ
πρόσωπα τῆς οἰκογένειας κι ἡ γυναίκα τοῦ
ἀρχηγοῦ τὴν κοιτάζανε. Κολλήσανε ἀπάνω
τῆς ματιὲς σουβλερὲς ἀπὸ τραγικὸ δηλητήριο.
- Τί συμβαίνει; ρωτᾶ ἡ "Ἑλένη, ποὺ τὰ
εἶχε ὁλότελα χαμένα.
-- Ἡ μοῖρα, παιδί μου, καὶ ἡ κακὴ ὥρα,
ἀπαντᾶ ἡ μητέρα της.
- ὉὉ πατέρας; ρωτᾶ ἡ "Ελένη.
-- Οχι.
- Ἔ, τότε ὁ Βασίλης, ξεσπᾶ ἡ "Ελένη
καὶ πετᾶνε φλόγες τὰ μάτια της.
- Σοῦ ἦταν γραμμένο, καημένο μου
κορίτσι, ἐξηγεῖ κάπως βαριεστημένα ἡ γυναῖκα
τοῦ ἀρχηγοῦ.
-- Μιλῆστε μου ἐπιτέλους, φωνάζει ἡ
"Ἑλένη.
--- Κάθησε κοντά μου, χρυσή μου, λέγει
ἡ γυναῖκα τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῆς κάνει τόπο
στὸν καναπέ.
-- Ἔπαθε κανένα δυστύχημα; ρωτᾶ ἡ
"Ελένη.
- Κάθησε, ἀγάπη μου, λέει ἡ γυναῖκα
τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τῆς δίνει τὴ θέση.
--- Ὄχι! ὄχι! νὰ μάθω.
--- ̓Εδῷ ἦταν ὁ Βασίλης. Ἔφυγε λίγο
στενοχωρημένος πρὶν λίγη ὥρα.
--- Σὲ περίμενε, ἐξηγεῖ ἡ μητέρα.
-- Γιατί στενοχωρημένος; ρωτᾶ ἡ ̓ Ελένη.
Καὶ τότε ἡ γυναῖκα τοῦ ἀρχηγοῦ μὲ
πραγματικὴ γλυκύτητα ἐξηγεῖ στὴν "Ελένη
πώς ἦρθε πρὶν λίγη ὥρα καὶ συνάντησε ἐδῶ
τὸν Βασίλη. Τὸν χαρακτήρισε μὲ τὰ πιὸ
καλὰ ἐπίθετα ὡς τίμιο, ἀντρεῖο, μὲ καλὴ θέση
καὶ μέλλον καὶ ὁπωσδήποτε εὐπαρουσίαστο
μὲ καλὲς συστάσεις ἀπὸ ὅλους.
Ὅμως ὑπάρχει ἕνα σκοτεινὸ σημεῖο, ποὺ ήἠταν
ὑποχρεωμένη νὰ πληροφορήσει τὴν
οἰκογένεια τῆς ́Ελένης. 'Ο Βασίλης βιαστικά,
ὅπως πάντα, τοὺς ἀποχαιρέτισε μ ̓
εὐγένεια καὶ βγῆκε γιὰ δουλειές. Παράγγειλε
μάλιστα νὰ τὸν συγχωρέσει ἡ ̓Ελένη,
ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ περιμένει λιγάκι,
γιὰ νὰ τὴν ἀνταμώσει καὶ νὰ τῆς πεῖ τὸν
καλό του λόγο. Κι ̓ ὅταν μείνανε μόνες --ἐκείνη,
ἡ μητέρα κι ̓ ἡ θεία--- τοὺς ἀποκάλυψε
τὴ νόσο τοῦ Βασίλη. ταν ...ἐπιληπτικός.
Μέ τὴν τελευταία λέξη ἡ ̓ Ελένη λιποθύμησε.
Τρέξανε καὶ τὴ συνεφέρανε. Γιὰ
ν ̓ ἀρχίσει μετὰ ἕνας σιωπηλὸς λυγμός,
ποὺ πολὺ γρήγορα πνίγηκε στὰ στήθη τῆς
κοπέλλας. Οἱ γύρω εἴχανε ἀποσβολωθεῖ.
Ἢ “Ἑλένη, σὲ λιγάκι, τίναξε τὸ κεφάλι,
σηκώθηκε κι ̓ ἀνέβηκε στὸ δωμάτιό τῆς μὲ
πολὺ ἀργὴ κίνηση, σχεδὸν κατανυκτική.
Ἂ
̓Ενωρὶς τὸ βράδυ γύρισε στὸ σπίτι ὁ
πατέρας φοβερὰ κουρασμένος. Εἶχε μιὰ δύσκολη
μέρα στὸ γραφεῖο του. "Ολα ἔρχονταν
ἀνάποδα καὶ ἀπρόβλεπτα. Καλὰ-καλὰ
δὲν μίλησε ὅταν μπῆκε. Τοῦ εἴπανε ἡ μητέρα
κι ̓ ἡ θεία ἕνα καλησπέρα, ποὺ τὸ συνόδευε
βαθὺς ἀναστεναγμός. 'Ο πατέρας μέσα
στὴν κούρασή του δὲν ἔδωσε σημασία.
Ἔβγαλε τὸ σακκάκι, ἔλυσε τὴ γραβάττα
καὶ τὴν πέταξε ἀνέμελα σὲ μιὰ πολυθρόνα.
Κάτι ξεφώνισε καὶ κάθησε φαρδὺς-πλατὺς
σὲ μιὰ πολυθρόνα.
- Ποῦ εἶναι ἡ ̓Ελένη; ρωτᾶ σὲ λίγο.
- Στὸ δωμάτιό της, ἀπαντᾶ ἡ μητέρα
μὲ ἀναστεναγμό.
-- Τὸ κακὸ συναπάντημα, προφέρει ἡ
θεία μὲ κείνη τὴ λίγο βραχνὴ φωνή της.
- Δὲν ἦρθε ὁ Βασίλης; ρωτᾶ ὁ πατέρας
μὲ λίγη ἐνόχληση.