ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
78ΙΟΥΝΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ακροβολισμοί: Θα μας απαντήσει ο κ. Ανδρόνικος; — ΕΡΙΝΥΣ
Κείμενο φύλλου
ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟ
Θὰ μᾶς ἁπαντήση ὁ κ. Μ. ̓Ανδρόνικος;
Διάβασα στὸ «Βῆμα τῆς Κυριακῆς» (30-4-88) καὶ στὶς « ̓ Επιφυλλίδες» τὶς ἀπόψεις
τοῦ ἐπιφανοῦς στὸ χῶρο τῆς ἀρχαιολογίας καθηγητοῦ κ. Μανώλη ̓ Ανδρόνικου
γιὰ τὴν «Ελληνική γραφή». Θὰ ἐπιχειρήσω νὰ διατυπώσω μερικὲς σκέΨεις
καὶ ἐρωτήματα, ποὺ μοῦ γέννησαν οἱ ἀπόψεις αὐτὲς τοῦ κ. καθηγητοῦ.
Στὸ πρῶτο μέρος, ποὺ μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ δεχθῆ σὰν πρόλογο καὶ εἰσαγωγὴ
σὲ ὅσα ἐπακολουθοῦν, κάνει μιὰ σύντομη ἱστορικὴ ἀνασκόπηση τοῦ θέματος
«Ελληνικὴ γραφή», γιὰ νὰ τονίση ὅτι: μόλις τὸ 1952 τὸ ἅλυτο ὡς τότε πρόβλημα,
τὸ ἐὰν δηλ. οἱ ἕλληνες τῶν Μινωϊκῶν χρόνων ἢ τῶν Μυκηναϊκῶν γνώριζαν
γραφή, ἦρθε νὰ λύση ἡ ἐργασία τοῦ ΜίσΠΒεΙ Ῥεπίτίς, ὁ ὁποῖος ἀποκρυπτογράφησε
τὶς πινακίδες τῆς Κνωσοῦ (Α. Ενβης) καὶ τῆς Πύλου (Κ. ΒΙερεπ) καὶ ἀποκάλυψε
ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν πινακίδων ήταν ἡ ἑλληνική.
« ̓Απὸ τότε», μᾶς λέγει ὁ συγγραφεὺς τοῦ ἄρθρου, «ἔχουν γραφεῖ ἀμέτρητες
μελέτες γιὰ τὴ γραφὴ αὐτή». Καὶ καταλήγει: Ἕνα πρόβλημα ποὺ φαίνεται πὼς
ἔμεινε ἀνεπηρέαστο ἀπὸ τὴ γνώση πὼς οἱ Ἕλληνες γνώριζαν νὰ γράφουν τὴν
γλῶσσα τους 400 χρόνια πρὶν νὰ μάθουν καὶ νὰ δανεισθοῦν τὰ φοινικικὰ γράμματα,
ἦταν τὸ πῶς, πότε καὶ ποῦ οἱ ἕλληνες ἔκαναν αὐτὸν τὸν δανεισμό.
«Ὅλοι οἱ ἐπιγραφικοί», συνεχίζει, «τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιολογίας δέχονται
πὼς ἡ γνώση -- τῆς μυκηναϊκῆς γραφῆς --- χάθηκε μὲ τὸ τέλος τοῦ μυκηναϊκοῦ
κόσμου, γιατί, πιστεύουν, ἡ μυκηναϊκὴ γραφὴ ἐξυπηρετοῦσε τὸ μυκηναϊκὸ ἀνακτορικὸ
σύστημα καὶ μόνο’ ἔτσι ὅταν αὐτὸ ἔπαψε νὰ ὑπάρχει, ξεχάστηκε καὶ ἡ
γνώση τῆς γραφῆς καὶ ἀκολούθησαν τέσσερις αἰῶνες “ἀγραμματοσύνης”' τῶν
“Ελλήνων, ὡς τὴν στιγμὴ ποὺ ξαναέμαθαν τὴ γραφὴ ἀπὸ τοὺς Φοίνικες».
Σ ̓ αὐτὴ τὴν ὁμόφωνη --- μᾶς λέγει --- «κοινὴ γνώμη» τῶν ἐπιστημόνων ὑπῆρἔς
ἕνας ἀντίθετος ὑπαινιγμός, τοῦ «Ι.Β. γνᾶοε καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ συντάκτου τοῦ
κειμένου, δηλ. τοῦ κ. Μ. ̓Ανδρόνικου, ὁ ὁποῖος καὶ ὑπεστήριξε σὲ σύντομη ᾱνακοίνωση
(1967) ὅτι «οἱ Ἕλληνες ποτὲ δὲν ξέχασαν αὐτὸ ποὺ μιὰ φορὰ ἔμαθαν,
ἀλλὰ μὲ τὴν εὔστροφη σκέψη ποὺ εἶχαν κατανόησαν τὰ πλεονεκτήματα τῆς Φοινικικῆς
γραφῆς καὶ ἀντικατέστησαν τὸ ἄβολο μυκηναϊκὸ σύστημα γραφῆς μὲ τὸ
πιὸ εὔχρηστο φοινικικό».
Στὸ δεύτερο μέρος ἀναπτύσσεται ἡ ἄποψη τοῦ συγγραφέως, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει
καὶ αὐτὸς τὴν ὕπαρξη ἑνὸς «κενοῦ», ὄχι ὅμως 450 ἐτῶν, καὶ λέγει: «Τὸ
κενό τῶν 450 χρόνων πρέπει νὰ μειωθεῖ, γιὰ νὰ πάψει νὰ ἐντυπωσιάζει». Τὴ φράση
«γιὰ νὰ πάψει νὰ ἐντυπωσιάζει» δὲν θεωρῶ βεβαίως ὅτι τὴν ἔθεσε ὁ συγγραφεὺς
ὡς ἐπιχείρημα τῆς ἔρευνας. Εν πάση ὅμως περιπτώσει διὰ συλλογισμῶν
ποὺ δέχονται πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πιὸ ἔγκυρους ἐπιγραφικούς, τὸ «κενὸ» τῆς «ᾱγραμματοσύνης»
τὸ περιορίζει σὲ 250 μόνο χρόνια
ὃ
Τέλος ἀναλύοντας τὴ «Μυκηναϊκή» γραφὴ ὑποδεικνύει ὅτι «κάθε σύμβολο αὐτῆς
μποροῦσε νὰ ἀποτελεῖται εἴτε ἀπὸ ἕνα φωνῆεν εἴτε ἀπὸ ἕνα σύμφωνο καὶ ἕνα
φωνήεν (α, ε, ι ἀλλὰ καὶ κα, κε, κι κ.ο.κ.)», γιὰ νὰ συμπληρώση: «Τὸ φοινικικὸ