ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
79ΙΟΥΛΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο Ήλιος ανατέλλει, αλλά δεν φάνηκε — ΜΕΤΕΩΡΟΣ
Κείμενο φύλλου
ἢ ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΙ ἢ
Ὃ Ἥλιος ἀνατέλλει, ἀλλὰ δὲν φάνηκε
Μέσα στὸν ἀπόλυτο ζόφο ποὺ ἡ
τραγικότητα τοῦ καιροῦ μὲ καταδίκασε
νὰ κινοῦμαι, βλέπω παντοῦ νὰ ξεφυτρώνουν
ἡ μιὰ μετὰ τὴν ἄλλη, μὲ τὸν
ταχύτατο ρυθμὸ τῆς φυᾶς τῶν μανιταριῶν
μετὰ τὶς ἀλλεπάλληλες βροχὲς
τοῦ φθινοπώρου, πλῆθος μικροπηγῶν
φωτὸς ἀδύναμης ἀκόμη ἐντάσεως, φωτιστικῆς
δυνάμεως σχεδόν πυγολαμπίδας.
Διάσπαρτες ἀλλὰ αὐτοτελεῖς, μεμονωμένες
ἀλλὰ ἐξαπλωμένες, τρεμοσβήνουσες
ἀλλὰ πυκνὲς διαχέουν μιὰ
φωταύγεια καὶ μιὰ μαρμαρυγὴ στὰ ἐρεβώδη
πέρατα σὰν ἐκείνη τῆς φθίνουσας
ἀστροφεγγιᾶς μιᾶς ὁμιχλώδους
ἀσέληνης νύκτας. Ἔτσι κι αὐτὲς οἱ
μικροπηγὲς φωτός, ὅπως τὰ μανιτάρια,
ἐγείρονται καὶ ἀνακύπτουν γεμᾶτες ἀπὸ
χυμοὺς ζωῆς μέσα ἀπὸ τὴν περιβάλλουσα
γενικὴ σαπρία, καὶ ὅπως οἱ
πυγολαμπίδες ἐκπέμπουν ἐπίμονα καὶ ᾱδιάλειπτα
τὴ μικρὴ ἀκτινοβολία τοὺς ἀπὸ
τὰ βάθη κάποιας σκοτεινῆς κόγχης
ἢ ζοφερῆς λόχμης ἀπὸ ζιζάνια, ποὺ τὶς
περιβάλλει’ κι ἔτσι κι αὐτὲς οἱ μικροπηγὲς
φωτὸς ὅπως τὰ μανιτάρια, ἂν ἐπιχειρήση
κανεὶς νὰ τὶς λυώση, δὲν θὰ
πετύχη τίποτ ̓ ἄλλο ἀπὸ τὴ διάχυση
τῶν «σποριδίων», τὰ ὁποῖα φέρουν καὶ
μὲ τὰ ὁποῖα ἀναπαράγονται, στὸ περιβάλλον
- θὰ βοηθήση δηλαδὴ χωρὶς
τὴ θέλησή του στὸν πολλαπλασιασμό
τους --' κι ὅπως οἱ πυγολαμπίδες, ἂν
τὶς πολτοποιήση κανεὶς, φωτίζουν περισσότερο,
γιατὶ οἱ φωτοπαραγωγικοὶ
μηχανισμοί τους βρίσκονται μέσα σὲ
κάθε κύτταρό τους, ζωντανὸ ἢ «νεκρό».
Βλέπω τὴν σχεδὸν ἁδιόρατη καὶ
σχεδὸν ἀνεπαίσθητη, αὐτὴ τὴ στιγμή,
φωταύγεια σὰν τὸ προμήνυμα μιᾶς ρο-
δοδάκτυλης αὐγῆς, ποὺ ἄρχισε νὰ ροδίζη
ὕστερα ἀπὸ μιὰν ἀτέλειωτη, βασανιστική,
ἐφιαλτικὴ πολυαίωνη νύχτα.
Φυτὰ καὶ ζῶα, ὁλόκληρη ἡ Ζωή,
ἀπειλήθηκαν δεινῶς, ἀπισχνάνθηκαν
σκελετωδῶς, ἐψύχθησαν ριγωδῶς, τυφλώθηκαν
ἀμβλέως, συρρικνώθηκαν
πτυχωδῶς κατὰ τὴν μακραίωνη διάρκεια
τῆς δραματικῆς αὐτῆς σκοτεινιᾶς.
Σχεδὸν ἔπαψαν πιὰ νὰ εἶναι αὐτὸ ποὺ ἧταν,
σχεδὸν μεταλλάχθηκαν σὲ σπηλαιόβιες
ποικιλίες τοῦ ἀρχικοῦ εἴδους
των, σχεδὸν ἀποκόπηκαν ἀπὸ τὴν πηγή
τῆς Ζωῆς, σχεδὸν τὸ Φῶς εἶναι γι ̓
αὐτὰ φευκτέο, ἀποτρόπαιο, ὀχλητικό,
Καθὼς ἡ φωταύγεια αὐξάνει τὴν ἔντασή
της μὲ βήματα ὅμοια μ ̓ ἐκεῖνα μιᾶς
καλοκαιρινῆς ἠοῦς, πολλὰ ἀπὸ τὰ ἐθισμένα
στὶς ζοφόφιλες καὶ νυκτόβιες
συνθῆκες ζωῆς πλάσματα ἐνοχλοῦνται,
παρουσιάζουν συμπτώματα ταραχῆς, ἀνασφάλειας,
ἐπιθετικότητας. Δέρματα
ὑγρά, δύσοσμα καὶ ἱοφόρα ἀποξηραίνονται,
μάτια σχεδὸν ὑποτυπώδη καὶ ἀτροφικὰ
τυφλώνονται, δόντια καὶ κεντριὰ
ἱοβόλα τρίζουν καὶ παραλύουν,
ἔνστικτα διάστροφα, προσαρμοσμένα
στὴν ἀβυσσαία διαβίωση, ἀποσυντονίζονται,
ἀτονοῦν, στομώνουν. Μιὰ ἀτελέσφορη
λύσσα κατατρύχει τὰ σμήνη
καὶ τὶς ἀγέλες τῶν ἑρπόντων αὐτῶν νυκτοβίων
ζώων καὶ μιὰ ἀναστάτωση ἀναταράζει
τὸ ριζικὸ καὶ κλαδικὸ σύστημα
τῶν σκιοφίλων λειψάνων τοῦ
ποτὲ ἡλιοχαροῦς φυτικοῦ βασιλείου.
Σαυροειδῆ τερατωδῶν διαστάσεων,
ἀναμφισβήτητοι κυρίαρχοι καὶ ἐξουσιαστὲς
στὰ βασίλεια τοῦ Ζόφου, παραπαίουν
καὶ Κκαταπίπτουν ἐκτάδην,
καθὼς οἱ πρῶτες ἀκτῖνες φωτὸς ἐπε-