ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

83ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1988

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4676 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
3 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η α' φάση της έρευνας για την γλώσσα — ΛΑΜΠΡΟΥ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ
    ἀρχή: σελ. 4676 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 83

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Ἢ πρώτη φάση τῆς ἔρευνας γιὰ τὴ γλῶσσα Τὸ ζήτημα τῆς γλώσσας, ποὺ τὰ τελευ- ταῖα χρόνια ἐρευνᾶ ὁ «Δαυλὸς» σὲ τερά- στιο βάθος καὶ ἔκταση μὲ πρωτοπορία τῆς ἀναζητήσεώς του τὶς ἔρευνες τοῦ κ. ᾿Ηλία Λ. Τσατσόµοιρου, συμπληρώνει σὲ λίγο (στὰ προσεχῆ δύο ἢ τρία τεύχη µας) τὴν πρώτη καὶ κύρια καὶ προσδιοριστική φάση του. Στοὺς τυπωµένους τόμους τοῦ Περιο- δικοῦ αὐτοῦ ἔχουν ἤδη κατατεθῆ ατομὲς» τοῦ πελώριου ζωτικοῦ προβλήματος «Γλῶσσα - - Πολιτισμός», ποὺ ἔχουν προ- αγάγει τήν γνώση (ἂς μὴν ἐκληφθῆ τοῦτο ὡς καυχησιολογία) σὲ σημεῖο ποὺ στὴν ἵ- στορία τῆς παγκόσμιας ἐπιστήμης καὶ τῆς διανοήσεως δὲν εἶχε ἄλλοτε φθάσει ἡ ἔ- ρευνα στὸ θέµα αὐτό, ὅπως ἔχουν ἄντιλη- φθῆ καὶ οἱ ἀναγνῶστες µας. Στὶς βιβλιοθῆ- κες καὶ στὴ σκέψη μερικῶν χιλιάδων ἀν- θρώπων τοῦ τόπου αὐτοῦ -- καὶ ὄχι µόνον αὐτοῦ - -ἔχει μπῆ καὶ κατέλαβε τὸ χῶρο της μιᾶ νέα ἑρμηνεία, μιᾶ νέα ἰδέα καὶ μιὰ νέα διάσταση τοῦ Πνεύματος καὶ τοῦ Πο- λιτισμοῦ, ἕνα νέο μήνυμα μὲ παγκοσµιότη- τα, ποὺ ἀνοίγει νέους ἀπεριόριστους ὁρί- ζοντες στὴν πανανθρώπινη προβληματικὴ τοῦ καιροῦ µας. 'Ὑπάρχουν δύο ἀξιοσημείωτα φαινόµε- να στὴν ἐξέλιξη αὐτή. Τὸ πρῶτο εἶναι ἡ στάση καὶ ἡ θέση τῶν «εἰδικῶν». Οἱ ἄν- θρωποι αὐτοί, μὲ τὸν ὑπερβολικὸ γιὰ τὰ µέ- τρα ἑνὸς «εἰδικοῦ» ρόλου ποὺ τοὺς ἔχει ᾱ- ναγνωρισθῆ στὴν ἐποχή µας, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν δικαιολογοῦν τὴν φήμη καὶ τὸ κῦρος ποὺ γενικῶς ἀπολαμβάνουν. Δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνουν καὶ νὰ ἀξιολογήσουν μιὰ ὁποιαδήποτε «πρόταση» ἐπὶ ἀντικειμένων τῆς ἁρμοδιότητάς «τους», ὅταν αὐτὴ ξεφεύ- γη ἀπὸ τὰ τετριµµένα. Ὅπως δὲν εἶναι εἰς θέσιν οὔτε νὰ τὴν ἀπορρίψουν. Στέκουν μπροστά της σιωπηλοί, ἄπραγοι, οὐδέτε- ροι, χωρὶς «θέση». Τοῦτο εἶναι φυσικό. Ἢ βαθειὰ γνώση καὶ ὁ στοχασμὸς ἦταν καὶ εἶναι θέμα ἀποκλειστικὰ τῆς διανοητικῆς ἀ- νησυχίας καὶ τῆς λογικῆς δυνάμεως τοῦ ἀνθρώπου. Ἢ «εἰδίκευση» καὶ ἡ «ἁρμοδιό- τητα» εἶναι συμβατικὲς (καὶ ἐν τέλει ἐξου- σιαστικὲς) ἰδιότητες δοτὰ ἀξιώματα τῆς τεμαχιστικῆς ἐποχῆς μας. Σὲ ἐποχὲς ρηγ- ματικῶν συμβάντων στὸ χῶρο τῆς ᾿Επιστή- µης καὶ τοῦ Στοχασμοῦ (ὅπως στὴν ἕλλη- νικὴ ἐποχὴ) οἱ «εἰδικοὶ» καὶ οἱ «ἁρμόδιοι» ἧταν ἄγνωστα φροῦτα. Δὲν ἔχει. λοιπόν, νὰ περιμένη κανεὶς τίποτε ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς αὐτοὺς βιοπαλαιστές, παρεκτὸς τοῦ ρόλου τοῦ (ἀνεπαρκέστατου) δικηγόρου μιᾶς (σαθρῆς) κρατούσης τάξεως ἰδεῶν καὶ πραγμάτων. Τὸ δεύτερο ἀξιοσημείωτο φαινόμενο, ποὺ προέκυψε ἀπὸ τὴν προώθηση τῆς γνώ- σεως μέσω τῶν ἐρευνῶν καὶ διανοημάτων ποὺ διατυπώθηκαν καὶ τυπώθηκαν ὡς τώρα στὸ «Δαυλό», εἶναι ἡ στάση τῆς ἐξουσίας. [Διευκρινίζω ὅτι μὲ τὸν ὅρο ἐξουσία ὁ «Δ» δὲν ἐννοεῖ ποτὲ τὴν κομματικὴ - κρατικὴ προθήκη τῆς, τὴν ὁποία ἁπλῶς θεωρεῖ «κορυφὴ τοῦ παγόβουνου»]. Ο σκύλος τῆς ἐξουσίας σιωπᾶ, ἀλλὰ «δείχνει τὰ δόντια του». Δὲν γαυγίζει ὅμως, μέχρι στιγμῆς, καὶ δὲν δαγκώνει. Ἢ συμπεριφορὰ αὐτὴ δὲν προδικάζει τίποτε. “Η ἐξουσία κατὰ και- ροὺς -- καὶ κατὰ τὴν ποιότητα τῶν ἐγκεφά- λων ποὺ εἶναι φορεῖς της καταστρέφει τὸν Κρότωνα, δίνει τὸ κώνειο, καίει βι- βλιοθῆκες ἢ στοχαστὲς ζωντανούς" ἢ, ᾱ- ντιστρόφως, ἐπιβάλλει τὴν διδασκαλία τῶν ἰδεῶν τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Σωκράτη καὶ τοῦ Γαλιλαίου στὴν Παιδεία της, καὶ ἐπανεκ- δίδει μὲ δικά της ἔξοδα ὅ,τι σώθηκε ἀπὸ τὸ πνευματοφάγο πῦρ τῶν ἐξουσιαστικῶν τῆς ἐμπρησμῶν. Ὃ σκύλος τῆς ἐξουσίας εἶναι σίγουρα ἕνας ἐπιπόλαιος σκύλος, ποὺ δὲν μπορεῖ μὲ τὴν πρώτη ματιὰ νὰ ξεχωρίση ποιὸς εἶναι κλέφτης καὶ ποιὸς ἀθῶος πε- ραστικός: δὲν ἔχει μνήμη καὶ ἡ ὄσφρησή του δὲν λειτουργεῖ «διαχρονικά». Περαστικοὶ διαβάτες ἔξω ἀπὸ τὸ ἀνά- κτορο τῆς ἐξουσίας ἦταν καὶ εἶναι ὅλοι οἱ αὐθεντικοὶ ἀναζητητές. Κανεὶς ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲν εἶναι «ἱκανὸς» νὰ κλέψη τοὺς «θησαυ- ρούς» της. Γιατὶ ἂν ἦταν, θὰ ἀκολουθοῦσε ἄλλους, πολὺ πιὸ εὔκολους δρόμους, πασί- γνωστους, ἀπ᾽ αὐτοὺς ποὺ ὁδηγοῦν ἀκίν- δυνα καὶ «ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα» στὸ Παλά- τιον. Κι ἐμεῖς ἀπαλλαγμένοι ἐντελῶς ἀπὸ τὴ φόρτιση «φιλοδοξιῶν» καὶ σκοποθη- ρίας, βαδίζουμε μὲ ἀγαθὸ συνειδός, ἀπτόη- τοι. Μέσα σ᾽ ἕνα περιβάλλον σκότους, ἂν κάτι ἀξίζη τὸν κόπο νά ψάχνη νὰ βρῆ κα- νείς, εἶναι κάποια ἀκτῖνα φωτός, γνώσεως. Ὅ,τι δήποτε ἄλλο εἶναι ἀναγκαστικὰ ἄ- μορφο, ἀόρατο. καὶ συνεπῶς ἀνύπαρκτο. Πρόκειται, ἐν τέλει, γιὰ προσπάθεια αὐτο- γνωσίας καὶ αὐτοακεραιώσεως. Δ.1.Λ.
← καθαρισμένο κείμενο