ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
83ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η "αδιαφορία του απολύτου" — ΖΟΥΜΠΟΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
ΑΝ. Ν. ΖΟΥΜΠΟΣ3
(τῆς ̓Ακαδημίας ̓Αθηνῶν)
Ἢ
«ἀδιαφορία τοῦ ἀπολύτου»
Ἢ ἀνωτέρω ἔκφρασις ἀνήκει εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ γερμανοῦ φιλοσόφου
ΦΕΠΕΙΙΙΠρ (1775-5854) καὶ δηλοῖ τὴν ἔννοιαν τῆς ταυτιζούσης
φιλοσοφίας (ἰαεπιᾶϊ!ς ρ/Ηἠοςορίε), κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔννοια τῆς διαρχίας
(αμαίσπιας) ἑνοῦται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ «ἀπολύτου» (405ο[μίι), τὸ
ὁποῖον ἑνοῖ εἰς ἑαυτὸ τὰς ἀντιθέσεις «φύσις» καὶ «πνεῦμα» καὶ ἐμφανίζει
δι ̓ ἑαυτὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑνισμοῦ «πιοΠίδη]5), εἰς τὴν ὁποίαν τοῦτο, ἤτοι
τὸ «ἀπόλυτον», ἐκφράζει τὰς δύο διαφόρους ὄψεις τῆς μιᾶς καὶ τῆς
αὐτῆς ἐννοίας, ὡς ἀνωτέρω ἔχομεν μνημονεύσει.
̓ς Ἢ τοιαύτη λεγομένη «ἀδιαφορία» (ἱπαι[Πετεπιία) καθίσταται ὡς
τοιαύτη, διότι αἱ δύο ἀντιμαχόμεναι ἀντιθέσεις νοητοῦ καὶ αἰσθητοῦ
παύουν νὰ ἰσχύουν, ἀφοῦ ὑποκείμενον καὶ ἀντικείμενον αἰσθητὸν καὶ
νοητὸν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα’ ἑπομένως εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς «πανθεῖσμοῦ»,
ὅστις ἑνοῖ τὰς δύο διαφόρους ἐννοίας καὶ δὲν ἐπιτρέπει οἱανδήποτε
ἀνάπτυξιν τῆς μιᾶς ἐπὶ τῆς ἄλλης" ἐὰν π.χ. τὰ ἀνωτέρω θέλωμεν
τοποθετήσει ἐπὶ γνωσιολογικοῦ πεδίου, τότε θὰ εὑρισκώμεθα πρὸ ἑνὸς
σκεπτικισμοῦ, ὅστις, ὡς γνωστὸν, δὲν ἐπιδιώκει οὐδεμίαν γνῶσιν, ὅσον
ἀφορᾶ τὴν σχέσιν τοῦ ὑποκειμένου πρός τὸ ἀντικείμενον. ἐν ἀντιθέσει
πρὸς μίαν τοιαύτην «ἀδιαφορίαν» γεννᾶται ἡ ἔννοια τοῦ «φανατισμοῦ»
([2ηδι{1|5Π1ι15)}, κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ μανίας, οὕτως εἰπεῖν, ἀναπτύσσεται
ἡ κίνησις τοῦ ὑποκειμένου πρὸς οἱανδήποτε φορὰν ἀντικειμένου, ὡς ἀκριβῶς
ὁ δογματισμὸς (αορπια(ίςπ]ας) ἐπὶ γνωσιολογικῆς βάσεως, ὅστις
θεωρεῖ ὅτι δύναται νὰ κατακτήσῃ ὁλοσχερῶς τὸ οἱονδήποτε ἀντικείμενον’
τέλος ἡ μεσάζουσα ἔννοια, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ «ἀδιαφορίας» καὶ
«φανατισμοῦ», ἡ, οὕτως καλουμένη «ἀνοχὴ» (ἰοἰεταποε) ἐπιδιώκει τὴν μέσὴν,
τρόπόν τινα, κατάστασιν, ὡς ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῆς σχετικότητος
(τείαε[νίσπιις), ἥτις προσπαθεῖ νὰ συμβιβάση τὰς δύο ἄκρως ἀντιθέτους
θεωρίας, τὴν τοῦ δογματισμοῦ καὶ τὴν τοῦ σκεπτικισμοῦ (εοξρί[οίσπιι1ς).
Θὰ ἠδύνατο νὰ προσθέσῃ τις, ὅτι ἡ, τρόπον τινά, ἀκινησία, ἡ ἐκφραζομένη
διὰ τῆς «ἀδιαφορίας τοῦ ἀπολύτου», ἡ ἔχουσα ἑνιστικὸν χαρακτῆρα,
δύναται νὰ ἀποκτήση διαρχικὸν τοιοῦτον καὶ κίνησιν συγχρόνως
διὰ τῆς λεγομένης ἐνοράσεως ([πίι{ο), κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ νοητικῆς
ἐποπτείας ([πίε][εοίμεί]ε Απεδοβαμμηρ) τὸ ὑποκείμενον θὰ ἔλθῃ ἀμέσως
πρὸς τὸ ἀπόλυτον ἄνευ μεσολαβήσεως συλλογιστικῶν στοιχείων
καὶ οὕτω τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ταὐτιζούσης φιλοσοφίας διὰ τῆς ἐνοράσεὼς
ἀπόλλυνται.
ἘΠ "Οκ. ̓Αν. Ν. Ζοῦμπος εἶναι καθηγητὴς τῆς Φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο Πατρῶν καὶ
πρώην πρύτανις τοῦ ἴδιου Πανεπιστημίου. Πρόσφατα ἐξελέγη ἀντεπιστέλλον μέλος τῆς
̓ Ακαδημίας ̓Αθηνῶν.