ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
84ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1988
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Κίμωλος — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
Κείμενο φύλλου
ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ.
Κίμωλος
Τὸ καλοκαίρι σφηνωμένο σ ̓ ἄσπρα
σπίτια. Ξέρω-ξέρω, κἀρτ-ποστὰλ
τουρισμοῦ γεμάτη γυμνές σὲ παθολογικὰ
ἐξεζητημένα μαυρίσματα. Θ ̓ ἀδειάσαν
μπουκάλες λοσιὸν στὰ δέρματα,
ποὺ τὰ ξεπλένουν στὶς ἀχτὲς μετά.
Πελώριο δοχεῖο σπειροχαίτης. Νὰ πέφτεις
ὅσο μακρυὰ καὶ νὰ μυρίζει τεχνητὰ
ἀρώματα. Οἱ ἀχιβάδες καὶ τὰ
καβούρια μὲ κρέμα ὑδρατάν: «Τρεῖς ὦρες
μόνο σὲ ἥλιο καὶ σκιά...». 'Ἠσυχία.
Τὰ χαλίκια ἤρεμα, μαῦρα ἀπὸ τὴν
ἡφαιστειογενῆ τοὺς φλέβα.
Ὕστερα ὁ λαιμὸς ὁ θαλάσσιος.
Στὶς ἄκρες ἑνώνεται καὶ διαφεύγει ἀργὰ
σὲ χαμο-ὁμίχλες, ἐκεῖ ποὺ πᾶν τὰ
βλακώδη μας ὄνειρα. Πάει, πάει, πάει,
μετὰ σούρχεται, καπάκι ἀνάποδο ποὺ
φρακάρει τὴν κίνηση, ὁ οὐρανός.
Μπροστὰ ὁ λαιμὸς ποὺ ἔλεγα καὶ γλυκανάλατη
πολὺ μακρυά, μᾶλλον βάρκα
μὲ πανί.
Νν τέλει δὲν ἦταν. Ἕνα κοινότατο
τοὐνκου-τούνκου ἀνάμεσα στὰ παλαιολιθικὰ
ξερόνησα, τραπέζια Τριτώνων
καὶ τὰ τοιαῦτα. Τὰ δυό λιμάνια
κόλποι βαθύτατοι. Πρασινωπό, βρωμερὸ
ρυτίδιασμα γιὰ τὰ σπίτια. Ἔχει
κι ἁρμυρῆθρες τὸ ἕνα. Ἔχει καὶ καλάμια
μὲ 5 μποστάνια ἕξερικὰ κι ̓ ἀφημένα.
̓Ανάμεσα λιθιές. Τὸ χρῶμα καμένο
πλάι στὸ πολὺ ξεπλυμένο γαλάζιο.
Πάν ̓ ἀπ ̓ ὅλα ὁ ἀέρας σὲ παντελῶς ἆδιάφορο
παίξιμο μέ στύλους ΔΕΗ.
Περνᾶ καὶ τῆς φωνῆς του ὁ τόνος παράτονος.
Φραγκόσυκα στ) ἀνέβασμα
κι ̓ οἱ μῦλοι π ̓ ἀνοῖξαν τρῦπες καὶ
γκρέμισαν κι ̓ ὅμως ἐκεῖ, ὀρθοί, ἁπλώνοντας
δοκάρια κι ̓ ἡ κούραση τοῦ θανάτου,
ἔτσι σφιγμένους ποὺ τοὺς βρῆκε,
δὲν τοὺς πετάει στὸ τετράξερο χῶμα.
Παλιά, λέει, κοπάνιζαν τὴν πέτρα
μὲ τὸ βαριὸ νὰ θρυψαλιάσει, λέει, νὰ
γίνει γῆ, νὰ τὴ φυτέψουν. Χωράφι στὸ
ΤΟ ἈΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ «Δν
χωράφι. Μετὰ ἔφυγαν. ἽΟλοι σχεδόν.
'Ο τόπος λιτὸς στὸ βραδυνό, ρευστότατο
φῶς, ἀμυγδαλιὲς κι ̓ ἡ ξεχαρβαλωμένη
πόρτα.
--- Θὰ πέσεις, Βασιλικώώώ! Πρόσεχε.
Μά ̓ σὺ τρελλάθηκες;
Αὐτή, χρονῶν [0, μελαχροινή, ζωηρότατη,
σπαστικὴ σχεδόν, τὰ ξέρει ὅλα.
--- Φύγε, φωνάζει σ ̓ ὑπεράσπιση
τῆς ἀμίλητης μάνας της. Δὲ σὲ θέλουμε
γιὰ μιὰ νύχτα. (Ξενοδοχεῖο ἔχουν.
Ὅλο κουνοῦπι καὶ λάμπα πετρελαίου.
Περνᾶς ἀπ ̓ τόνα δωμάτιο γιὰ τ ̓ ἄλλο,
τοὺς βλέπεις στὰ σώβρακα, δὲ βαρυέσαι,
ἐξοχὴ εἶναι. Στὸ βάθος, στὸ
μπαλκόνι, ὁ καμπινὲς αἰωρούμενος,
χωρὶς πόρτα, ἀέρηδες καὶ κύματα γιὰ
συντροφιά).
- Παρτί, ἡ Βασιλικώ στὸν ξένο'
καὶ γρήγορα.
Ἢ στριγγλιά της σ ̓ ὀχτάβες μεγάλης
γυναίκας. Ἕνα τόσο δὰ μπάσταρδο,
μαῦρα ποδάρια κάτω, μπασμένο, τὸ
μοῦτρο ὁλοστρόγγυλο.
̓Ανάμεσα ἀμπέλια καὶ καλάμια. Οἱ
ἐλιὲς ἀκλάδευτες.
ὋὋ κόσμος τους μαζεύτηκε στὴ
Δραπετσώνα καὶ τὸν Πειραιᾶ. Φτωχοζοῦν,
φτωχοπορεύονται, καλὰ ἔτσι, μετὰ
τοὺς κουβαλᾶν ἀνήμπορους στοῦ εὖὐεργέτη
τὸ γηροκομεῖο, αὐτοῦ π ̓ ἀποφάσισε
νὰ στέκεται καὶ νὰ κυττᾶ κι ὅλο
κυττᾶ τὰ πέλαγα, ἴσως τοὺς ἀέρΏδες, ἵσως
τὸ πετρωμένο, τωρινό, πυκνὸ ὑλικὸ
τοῦ ἀγάλματός του, ποὺ τόσο τὸν
ἄλλαξε καὶ νόμιζε πὼς θᾶν ̓ ἐδῶ στὴ θέση
τὴν ἀγαπημένη, ἴδιος, κι ̓ ἔδωσε τὰ
λεφτὰ ἐξασφαλίζοντας τὸ προνόμιο:
στὴν πλάτη του, χειμῶνα-καλοκαῖρι,
στὸ σκληρὸ ὕφασμα τ ̓ ἀτσάκιστο, νὰ
φυσᾶ τὸ βουνό.
Στεκόταν ντοῦρος καὶ μπλέκαν τὰ
χρόνια πάνω του, λὲς καὶ τὰ γνώρισε
κι ̓ ἀδιαφόρησε καὶ μπόρεσε μόνο τότε