ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

84ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1988

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4802 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
65 ἀπό 81
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Κίμωλος — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
    ἀρχή: σελ. 4802 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 84

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ. Κίμωλος Τὸ καλοκαίρι σφηνωμένο σ᾽ ἄ- σπρα σπίτια. Ξέρω-ξέρω, κἀρτ-ποστὰλ τουρισμοῦ γεμάτη γυμνές σὲ παθολο- γικὰ ἐξεζητημένα μαυρίσματα. Θ᾽ ἀ- δειάσαν μπουκάλες λοσιὸν στὰ δέρμα- τα, ποὺ τὰ ξεπλένουν στὶς ἀχτὲς μετά. Πελώριο δοχεῖο σπειροχαίτης. Νὰ πέ- φτεις ὅσο μακρυὰ καὶ νὰ μυρίζει τε- χνητὰ ἀρώματα. Οἱ ἀχιβάδες καὶ τὰ καβούρια μὲ κρέμα ὑδρατάν: «Τρεῖς ὦ- ρες μόνο σὲ ἥλιο καὶ σκιά...». 'Ἠσυ- χία. Τὰ χαλίκια ἤρεμα, μαῦρα ἀπὸ τὴν ἡφαιστειογενῆ τοὺς φλέβα. Ὕστερα ὁ λαιμὸς ὁ θαλάσσιος. Στὶς ἄκρες ἑνώνεται καὶ διαφεύγει ἀρ- γὰ σὲ χαμο-ὁμίχλες, ἐκεῖ ποὺ πᾶν τὰ βλακώδη μας ὄνειρα. Πάει, πάει, πάει, μετὰ σούρχεται, καπάκι ἀνάποδο ποὺ φρακάρει τὴν κίνηση, ὁ οὐρανός. Μπροστὰ ὁ λαιμὸς ποὺ ἔλεγα καὶ γλυ- κανάλατη πολὺ μακρυά, μᾶλλον βάρκα μὲ πανί. Νν τέλει δὲν ἦταν. Ἕνα κοινότατο τοὐνκου-τούνκου ἀνάμεσα στὰ πα- λαιολιθικὰ ξερόνησα, τραπέζια Τριτώ- νων καὶ τὰ τοιαῦτα. Τὰ δυό λιμάνια κόλποι βαθύτατοι. Πρασινωπό, βρω- μερὸ ρυτίδιασμα γιὰ τὰ σπίτια. Ἔχει κι ἁρμυρῆθρες τὸ ἕνα. Ἔχει καὶ καλά- µια μὲ 5 μποστάνια ἕξερικὰ κι᾿ ἀφημέ- να. ᾿Ανάμεσα λιθιές. Τὸ χρῶμα καμέ- νο πλάι στὸ πολὺ ξεπλυμένο γαλάζιο. Πάν᾽ ἀπ᾿ ὅλα ὁ ἀέρας σὲ παντελῶς ἆ- διάφορο παίξιμο μέ στύλους ΔΕΗ. Περνᾶ καὶ τῆς φωνῆς του ὁ τόνος πα- ράτονος. Φραγκόσυκα στ) ἀνέβασμα κι᾿ οἱ μῦλοι π᾿ ἀνοῖξαν τρῦπες καὶ γκρέµισαν κι᾿ ὅμως ἐκεῖ, ὀρθοί, ἁπλώ- νοντας δοκάρια κι᾽ ἡ κούραση τοῦ θα- νάτου, ἔτσι σφιγμένους ποὺ τοὺς βρῆ- κε, δὲν τοὺς πετάει στὸ τετράξερο χῶ- μα. Παλιά, λέει, κοπάνιζαν τὴν πέτρα μὲ τὸ βαριὸ νὰ θρυψαλιάσει, λέει, νὰ γίνει γῆ, νὰ τὴ φυτέψουν. Χωράφι στὸ ΤΟ ἈΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ «Δν χωράφι. Μετὰ ἔφυγαν. ἽΟλοι σχεδόν. 'Ο τόπος λιτὸς στὸ βραδυνό, ρευ- στότατο φῶς, ἀμυγδαλιὲς κι᾿ ἡ ξεχαρ- βαλωμένη πόρτα. --- Θὰ πέσεις, Βασιλικώώώ! Πρό- σεχε. Μά᾽ σὺ τρελλάθηκες; Αὐτή, χρονῶν [0, µελαχροινή, ζω- ηρότατη, σπαστικὴ σχεδόν, τὰ ξέρει ὅ- λα. --- Φύγε, φωνάζει σ᾽ ὑπεράσπιση τῆς ἀμίλητης μάνας της. Δὲ σὲ θέλου- με γιὰ μιὰ νύχτα. (Ξενοδοχεῖο ἔχουν. Ὅλο κουνοῦπι καὶ λάμπα πετρελαίου. Περνᾶς ἀπ᾽ τόνα δωμάτιο γιὰ τ᾽ ἄλλο, τοὺς βλέπεις στὰ σώβρακα, δὲ βαρυέ- σαι, ἐξοχὴ εἶναι. Στὸ βάθος, στὸ μπαλκόνι, ὁ καμπινὲς αἰωρούμενος, χωρὶς πόρτα, ἀέρηδες καὶ κύματα γιὰ συντροφιά). - Παρτί, ἡ Βασιλικώ στὸν ξένο' καὶ γρήγορα. Ἢ στριγγλιά της σ᾽ ὀχτάβες μεγά- λης γυναίκας. Ἕνα τόσο δὰ μπάσταρ- δο, μαῦρα ποδάρια κάτω, μπασμένο, τὸ μοῦτρο ὁλοστρόγγυλο. ᾿Ανάμεσα ἀμπέλια καὶ καλάμια. Οἱ ἐλιὲς ἀκλάδευτες. ὋὋ κόσμος τους μαζεύτηκε στὴ Δραπετσώνα καὶ τὸν Πειραιᾶ. Φτωχο- ζοῦν, φτωχοπορεύονται, καλὰ ἔτσι, µε- τὰ τοὺς κουβαλᾶν ἀνήμπορους στοῦ εὖὐ- εργέτη τὸ γηροκομεῖο, αὐτοῦ π᾿ ἀποφά- σισε νὰ στέκεται καὶ νὰ κυττᾶ κι ὅλο κυττᾶ τὰ πέλαγα, ἴσως τοὺς ἀέρΏδες, ἵ- σως τὸ πετρωμένο, τωρινό, πυκνὸ ὑλι- κὸ τοῦ ἀγάλματός του, ποὺ τόσο τὸν ἄλλαξε καὶ νόμιζε πὼς θᾶν᾽ ἐδῶ στὴ θέ- ση τὴν ἀγαπημένη, ἴδιος, κι᾿ ἔδωσε τὰ λεφτὰ ἐξασφαλίζοντας τὸ προνόμιο: στὴν πλάτη του, χειμῶνα-καλοκαῖρι, στὸ σκληρὸ ὕφασμα τ᾽ ἀτσάκιστο, νὰ φυσᾶ τὸ βουνό. Στεκόταν ντοῦρος καὶ μπλέκαν τὰ χρόνια πάνω του, λὲς καὶ τὰ γνώρισε κι᾿ ἀδιαφόρησε καὶ μπόρεσε μόνο τότε
← καθαρισμένο κείμενο