ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
85ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το κόντυμα — ΜΠΟΣΙΝΑΚΗΣ, Δ.
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ «ἃ»
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΙΝΑΚΗΣ
Το κόντυμα
Καιρὸ εἶχε νὰ πάει στὴν Πλάκα.
̓Απὸ τότε ποὺ παντρεύτηκε, θυμᾶται,
ἤτανε οἱ Γερμανοὶ ἀκόμη στὴν ̓ Ελλάδα,
δὲν τοῦ τυχε νάναι πρωὶ στὴν Πλάκα,
οὔτε γιὰ νὰ ἐκκλησιαστεῖ. Πάντα
ἀργοῦσε, μέχρι νᾶρθει ἀπὸ τὸ ̓Ηράκλειο.
Τούτη τὴ φορά. στὶς ἀρχὲς τοῦ ̓Οκτώβρη.
ἀποφάσισε νὰ ξεκινήσει νωρίς.
πολὺ πρωΐ. γιὰ νὰ κάνει βόλτα στὰ
γνωστά του μέρη, προτοῦ πάει γιὰ τὴν
̓Αγία Αἰκατερίνη. ὅπως καιρὸ τόχε ὃπιθυμήσει.
Ξημόρωνο Κυριακή. φαινόταν μιὰ ἤσυχη
καὶ γλυκειὰ μέρα, παρ ̓ ὅλο ποὺ
εἶχαν ἀρχίσει οἱ ψυχροῦλες.
Πρέπει νἄτανε πέντε ἡ ὥρα, ὅταν
πῆρε τὸ πρῶτο λεωφορεῖο, κι ̓ εἶναι ᾱλήθεια
πὼς εἶχε κέφι. τὄπε καὶ στὴ γυναῖκα
του καὶ τοὔβγαλε τὸ καινούργιο
του κοστούμι, ἐπίσημη μέρα, ἐπίσημος
κι αὐτός.
Στὸ λεωφορεῖο λιγοστοὶ ἄνθρωποι,
Κυριακὴ βλέπεις. ̓Απὸ τὶς στάσεις ἕπαιρνε
ἔνα-δύο ἢ κανένα ἄτομο, κι ̓ αὖτὸς
ἤρεμος στὴν πρωινή του νωθρότητα
χαιρόταν μὲ τὸ φῶς τῆς μέρας, ποὺ
ὅσο πήγαινε γινόταν καὶ πιὸ ἔντονο.
Πέρασε τὴν Πατησίων καὶ κατέβηκο
στὴν Πλατεῖα Κάνιγγος, λιγοστοὶ
οἱ ἄνθρωποι. χῶρος πολὺς νὰ βαδίσει ἐλεύθερα.
ὄχι ὅπως ἄλλοτε, ποὺ ἔσπρωχνε
καὶ σπρωχνότανε γιὰ νὰ βαδίσει.
Ἐαναμπῆκυ στὴν Πατησίων, ἦταν
σχεδὸν ἄδεια. Στὴν ἀρχὴ τὸ χάρηκε αὐτό,
γιατὶ τοῦ ἔδινε ἕνα αἴσθημα κυριότητας,
τοῦ φαινότανε πὼς εἶναι ὅλα δικά
του. Καθὼς ὅμως προχωροῦσε πρὸς
τὴν ̓Ομόνοια. ἐκεῖ στὴ συμβολὴ τῆς
Πατησίων μὲ τὴν Πανεπιστημίου δὲν ὑπῆρχε
καθόλου κόσμος, οὔτε τροχονόμὸς
οὔτε τίποτε. Μόνο πιὸ πάνω μιὰ
παρέα ἀπὸ δυὸ-τρεῖς ξενύχτηδες, ποὺ ἡ
νύχτα τοὺς εἶχε ἀποχαυνώσει καὶ δὲν
εἶχαν τὴ διάθεση γιὰ κουβέντα.
Τὴ στιγμὴ ποὺ περνοῦσε γιὰ νὰ πάει
πρὸς τὴ Σταδίου. ἦταν ἡσυχία, μιὰ ᾱνησυχητικἡἠ
ἡσυχία καί. φαντάσου,
περνοῦσε ἀπέναντι μόνος... κατάμονος.
Στὴν ἀρχὴ κορδώθηκε στὸ καινούργιο
του κουστούμι. μὰ μόλις ἔφτασε στὴ
μέση τοῦ σταυροδρομιοῦ, σταμάτησε ἀπότομα
καὶ κύτταξε γύρω του. Οἱ πολυκατοικίες
πολὺ ψηλές, χωρὶς μπαλκόνια,
γλυστερές. Τούρθε ναυτία. κι ̓
ἃς ἦταν κάτω καί, τὸ κυριώτερο, τοῦ
φάνηκε πὼς κόντυνο, πὼς ἀπότομα κόντυνε.
Κι ̓ ἄλλη φορὰ εἶχε περάσει ἀπ ̓ αὖτὸ
τὸ μέρος, εἶναι ἀλήθεια ὅμως πὼς
μετὰ τὴ δουλειά του. μετὰ τὸ μεσημέρι
ἢ βραδάκι, ὄχι πρωϊ πάντως.
Τώρα, καθὼς σταμάτησε ἔτσι ἀπότομα
στὴ μέση τοῦ σταυροδρομιοῦ,
τοῦ φάνηκε πὼς ψήλωσαν ἀπότομα
πολὺ οἱ πολυκατοικίες, κι αὐτὸς πὼς
κόντυνε ἀπότομα, πάνω ἀπὸ δέκα πόντους.
Τοῦ πέρασε σὰν ἀστραπὴ ἀπὸ
τὸ μυαλό του. πὼς σὰν γερνάει κανείς,
σουρώνει, μαζεύει καὶ κονταίνει.
«Αλλά, νὰ πάρ ̓ ἡ εὐχή. ἀκόμη γέρος
δὲν εἶμαι. Λὲς ν ̓ ἀρχίζω νὰ γερνάω
πρόωρα στὰ πενηνταέξι μου χρόνια
(εἶχε διαβάσει πὼς μπορεῖ νὰ συμβοῖ
κότι τέτοιο). ἀλλὰ ὅσο νὰ μαζεύει κανείς,
δὲν κονταίνει πάνω ἀπὸ δυότρεῖς.
πέντε τὸ πολὺ πόντους».
Ἔτσι ἀποσβολωμύνος ἔμεινε μερικὲς
στιγμές, μόνος. ́Ύστερα κατόρθωσε
νὰ συμμαζέψει τὶς σκέψεις του καὶ
νὰ προχωρήσει. Τὸ αἴσθημα ὅμως τοῦ
κοντύματος τὸν συνόδευε, γι αὐτὸ δὲν
κοίταζε ψηλά. παρὰ μόνο πρὸς τὰ κάπὲς
τεῦ»
Μπῆκς στὴ Σταδίου καὶ προχώρησε.
Τάχυνε τὸ βῆμα του, προχώραγε
σὰν ναρκωμένος, ἔτσι, ποὺ δὲν κατάλαβε
πόσος χρόνος πέρασε, πότε ἕ-