ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

85ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4872 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
55 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Το κόντυμα — ΜΠΟΣΙΝΑΚΗΣ, Δ.
    ἀρχή: σελ. 4872 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 85

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ «ἃ» Καιρὸ εἶχε νὰ πάει στὴν Πλάκα. ᾿Απὸ τότε ποὺ παντρεύτηκε, θυμᾶται, ἤτανε οἱ Γερμανοὶ ἀκόμη στὴν ᾿ Ελλά- δα, δὲν τοῦ τυχε νάναι πρωὶ στὴν Πλά- κα, οὔτε γιὰ νὰ ἐκκλησιαστεῖ. Πάντα ἀργοῦσε, μέχρι νᾶρθει ἀπὸ τὸ ᾿Ηρά- κλειο. Τούτη τὴ φορά. στὶς ἀρχὲς τοῦ ᾿Ο- κτώβρη. ἀποφάσισε νὰ ξεκινήσει νω- ρίς. πολὺ πρωΐ. γιὰ νὰ κάνει βόλτα στὰ γνωστά του µέρη, προτοῦ πάει γιὰ τὴν ᾽Αγία Αἰκατερίνη. ὅπως καιρὸ τόχε ὃ- πιθυµήσει. Ξημόρωνο Κυριακή. φαινόταν μιὰ ἤ- συχη καὶ γλυκειὰ μέρα, παρ᾽ ὅλο ποὺ εἶχαν ἀρχίσει οἱ ψυχροῦλες. Πρέπει νἄτανε πέντε ἡ ὥρα, ὅταν πῆρε τὸ πρῶτο λεωφορεῖο, κι᾿ εἶναι ᾱ- λήθεια πὼς εἶχε κέφι. τὄπε καὶ στὴ γυ- ναῖκα του καὶ τοὔβγαλε τὸ καινούργιο του κοστούμι, ἐπίσημη μέρα, ἐπίσημος κι αὐτός. Στὸ λεωφορεῖο λιγοστοὶ ἄνθρωποι, Κυριακὴ βλέπεις. ᾿Απὸ τὶς στάσεις ἕ- παιρνε ἔνα-δύο ἢ κανένα ἄτομο, κι᾿ αὖ- τὸς ἤρεμος στὴν πρωινή του νωθρότη- τα χαιρόταν μὲ τὸ φῶς τῆς μέρας, ποὺ ὅσο πήγαινε γινόταν καὶ πιὸ ἔντονο. Πέρασε τὴν Πατησίων καὶ κατέβη- κο στὴν Πλατεῖα Κάνιγγος, λιγοστοὶ οἱ ἄνθρωποι. χῶρος πολὺς νὰ βαδίσει ἐ- λεύθερα. ὄχι ὅπως ἄλλοτε, ποὺ ἔσπρω- χνε καὶ σπρωχνότανε γιὰ νὰ βαδίσει. Ἐαναμπῆκυ στὴν Πατησίων, ἦταν σχεδὸν ἄδεια. Στὴν ἀρχὴ τὸ χάρηκε αὐ- τό, γιατὶ τοῦ ἔδινε ἕνα αἴσθημα κυριό- τητας, τοῦ φαινότανε πὼς εἶναι ὅλα δι- κά του. Καθὼς ὅμως προχωροῦσε πρὸς τὴν ᾿Ομόνοια. ἐκεῖ στὴ συμβολὴ τῆς Πατησίων μὲ τὴν Πανεπιστημίου δὲν ὑ- πῆρχε καθόλου κόσμος, οὔτε τροχονό- μὸς οὔτε τίποτε. Μόνο πιὸ πάνω μιὰ παρέα ἀπὸ δυὸ-τρεῖς ξενύχτηδες, ποὺ ἡ νύχτα τοὺς εἶχε ἀποχαυνώσει καὶ δὲν ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΣΙΝΑΚΗΣ Το κόντυμα εἶχαν τὴ διάθεση γιὰ κουβέντα. Τὴ στιγμὴ ποὺ περνοῦσε γιὰ νὰ πά- ει πρὸς τὴ Σταδίου. ἦταν ἡσυχία, μιὰ ᾱ- νησυχητικἡἠ ἡσυχία καί. φαντάσου, περνοῦσε ἀπέναντι μόνος... κατάµονος. Στὴν ἀρχὴ κορδώθηκε στὸ καινούργιο του κουστούμι. μὰ μόλις ἔφτασε στὴ μέση τοῦ σταυροδρομιοῦ, σταμάτησε ἀ- πότομα καὶ κύτταξε γύρω του. Οἱ πο- λυκατοικίες πολὺ ψηλές, χωρὶς μπαλ- κόνια, γλυστερές. Τούρθε ναυτία. κι᾿ ἃς ἦταν κάτω καί, τὸ κυριώτερο, τοῦ φάνηκε πὼς κόντυνο, πὼς ἀπότομα κό- ντυνε. Κι᾿ ἄλλη φορὰ εἶχε περάσει ἀπ᾿ αὖ- τὸ τὸ μέρος, εἶναι ἀλήθεια ὅμως πὼς μετὰ τὴ δουλειά του. μετὰ τὸ μεσημέρι ἢ βραδάκι, ὄχι πρωϊ πάντως. Τώρα, καθὼς σταμάτησε ἔτσι ἀπό- τοµα στὴ μέση τοῦ σταυροδρομιοῦ, τοῦ φάνηκε πὼς ψήλωσαν ἀπότομα πολὺ οἱ πολυκατοικίες, κι αὐτὸς πὼς κόντυνε ἀπότομα, πάνω ἀπὸ δέκα πό- ντους. Τοῦ πέρασε σὰν ἀστραπὴ ἀπὸ τὸ μυαλό του. πὼς σὰν γερνάει κανείς, σουρώνει, μαζεύει καὶ κονταίνει. «Αλλά, νὰ πάρ᾽ ἡ εὐχή. ἀκόμη γέρος δὲν εἶμαι. Λὲς ν᾿ ἀρχίζω νὰ γερνάω πρόωρα στὰ πενηνταέξι µου χρόνια (εἶχε διαβάσει πὼς μπορεῖ νὰ συμβοῖ κότι τέτοιο). ἀλλὰ ὅσο νὰ μαζεύει κα- νείς, δὲν κονταίνει πάνω ἀπὸ δυό- τρεῖς. πέντε τὸ πολὺ πόντους». Ἔτσι ἀποσβολωμύνος ἔμεινε μερι- κὲς στιγμές, μόνος. ΄Ύστερα κατόρθω- σε νὰ συμμαζέψει τὶς σκέψεις του καὶ νὰ προχωρήσει. Τὸ αἴσθημα ὅμως τοῦ κοντύµατος τὸν συνόδευε, γι αὐτὸ δὲν κοίταζε ψηλά. παρὰ µόνο πρὸς τὰ κά- τεῦ» πὲς Μπῆκς στὴ Σταδίου καὶ προχώρη- σε. Τάχυνε τὸ βῆμα του, προχώραγε σὰν ναρκωμένος, ἔτσι, ποὺ δὲν κατά- λαβε πόσος χρόνος πέρασε, πότε ἕ-
← καθαρισμένο κείμενο