ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

87ΜΑΡΤΙΟΣ 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 4998 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
53 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Στη χώρα με τα ξεχαρβαλωμένα παπούτσια — ΜΕΛΕΑ, ΙΛΕΝΑ
    ἀρχή: σελ. 4998 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 87

Κείμενο φύλλου

ΣΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ͂ «ἃ» : ΙΛΕΝΑ ΜΕΛΕΑ Στὴ χώρα μὲ τὰ ξεχαρβαλωμένα παπούτσια χα. ̓Αδιάβροχα! Χῶναν τὰ πόδια τους μὲ Περίμενα τὸ Δούναβη γαλάζιο. Ἔτσι τὰ ξεχαρβαλωμένα παπούτσια ἀνάμεσα στὰ μ ̓ εἶχε διδάξει ἡ κλασσικἡ μουσική. Ὅκενά, πάλευαν μ ̓ ὅλο τὸ βρεγμένο εἶναι ταν τὸν εἶδα, τῆς εἶπα: «Εἶσαι ψεύτρα». τους νὰ βάλουν τὶς ὀξυὲς τὴ μία πάνω στὴν Ἤ ταν ἕνα λασποπόταμο μ ̓ ἕνα καφὲ γλυἄλλη. Πολέμαγαν μ ̓ ἀδύνατα μπράτσα -κὸ νερό. Δίπλα ἀπὸ τὸ καράβι μικρὰ Ρουμοχλοὺς νὰ κουνήσουν τοὺς τόνους. Καὶ μανόπουλα κολυμποῦσαν. ἼΑλλα ψάρευαν γλύστραγαν κι ἡ βροχὴ τοὺς ἔδερνε, σὰ νὰ στὸ νερὸ ποὺ ἐμεῖς μολύναμε μὲ τὰ λάδια ̓ταν σκλάβοι σὲ ρωμαϊκὴ γαλέρα, καὶ τὸ τῆς μηχανῆς. Κάποιες γυναῖκες ἔπλεναν τὰ νερὸ χωνόταν ὕπουλα μέσα ἀπ ̓ τὰ ξεχαρπιάτα καὶ τὰ ροῦχα τους στὴν ὄχθη δίπλα βαλωμένα τους παπούτσια κι ἔλουζε τὰ δά̓ στὶς ἄλλες ποὺ ἔχυναν τὰ ἀπόνερα... «Αὐτὸ χτυλα, τά ̓κανε πιὸ ξύλα ἀπὸ τὰ ξύλα. τὸ ποτάμι εἶναι πολὺ καταδεχτικὸ», σκέὉ καπετάνιος τοὺς ἔδωσε μουσαμᾶ νὰ φτηκα. σκεπαστοῦν. Δέν ὑπῆρχε τίποτ ̓ ἄλλο στὸ Πηγαίναμε νὰ φορτώσουμε ξύλα. Κακαράβι. Ἔγινε Θεός τους. θαρίσαμε τ ̓ ἀμπάρια. Η ὑγρασία εἶχε ἵΣήμανε ὥρα γιὰ φαΐ. Τρώγανε δίπλα δρώσει τὸ καράβι. Τὰ κουνούπια ἔπιαναν στὴν τραπεζαρία μας. Κάθε Πέμπτη εἴχαμε τὸ φῶς ἀπὸ τὶς λάμπες. Ξημέρωσε. ρθαν μακαρόνια μὲ σάλτσα, κρέας ψητὸ καὶ σαοἱ ἐργάτες. ̓Ανέβηκα στὴ γέφυρα. Ἔπρεπε λάτες καὶ ὀρντέβρ καὶ μπύρα. Στὸ τέλος εἴνὰ μετράω τὶς παρτίδες τὰ ξύλα. ̓Αντὶ νὰ χαμε καὶ γλυκὸ ἤ φροῦτο. ̓Εκεῖνοι τρῶγαν σημειώνω τὶς παλέττες, ἔγραφα στὸ μυαλό κρεμμύδι μὲ χοιρινὸ λίπος κι ἕνα ψωμὶ μαῦμου εἰκόνες. ρο καὶ σκληρὸ σὰ λιγνίτη. Ἢ δουλειὰ ἦταν σκληρή. Ἤθελε μπράτσα νὰ κουμαντάρεις τοὺς κορμούς. Οἱ ἐρἪ μυρωδιὰ τοῦ κρεμμυδιοῦ ἀναμιγμένη γάτες ἦταν πενηντάρηδες. Τὰ παντελόνια μὲ τὸ λίπος σού ̓φερνε ἀναγούλα. Ξέρασα. τους ἦταν φαρδιὰ σὰ νὰ μὴν ἦταν δικά Ἢ συνείδησή μου φαίνεται κατοικεῖ στὸ τους, φθαρμένα τόσο ποὺ εἶχαν τὴν ἀφὴ στομάχι. Δὲν γινόταν νὰ τρώω ἐγώ μακαμεταξωτοῦ. Στρώσεις τὰ μπαλώματα. Οἱ ρονάδα καὶ καταῖφι κι οἱ ἄλλοι... μπλοῦζες τους ἔμοιαζαν μὲ σάβανα. Τὰ παΤὸ βράδυ εἴχαμε ἔξοδο. Δείξαμε τὰ διαπούτσια τους... κάρφωνα τὰ μάτια μου πάβατήρια στοὺς στρατιῶτες πού ̓ταν δίπλα νω τους προσπαθώντας νὰ πιστέψω. "Οχι, στὸ πλοῖο. Μᾶς ἄφησαν νὰ προχωρήσουμε σίγουρα δὲν ἔβλεπα σινεμά. Δὲν ἦταν ται500 μέτρα. “Ἔπειτα ξανακύτταξαν τὰ διανία τοῦ Σαρλώ. Γιατῖ ὅμως φόραγαν τὰ ἴδια βατήρια ἄλλοι. Περπατήσαμε καμμιὰ περίπου παπούτσια; τριακοσιαριὰ βήματα. Φτάσαμε στὴν πύλη Ἔτσι μεγάλα, φουσκωμένα, μὲ τὰ κορτοῦ λιμανιοῦ. Περάσαμε κι ἀπὸ τρίτο ἔδόνια κομμένα κι ἀνοιχτὰ μπροστά, τελεγχο, γιὰ νὰ πάρουμε τὸ πάσσο. Δηλώσαλείως ἀνοιχτά, νὰ φαίνονται οἱ πρόκες ποὺ με πόσα λεφτὰ εἴχαμε πάνω μας. "Οταν θὰ χώρισαν ἀπὸ τὴ σόλα κι ἔμειναν μετέωρες γυρίζαμε, θὰ τοὺς λέγαμε πόσα χαλάσαμε. σὰ δόντια σὲ στόμα ἀνοιχτὸ καρχαρία. «Παιδιά», εἶπε ὁ καπετάνιος, «μετὰ τὶς Τὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδιοῦ ἔκανε δώδεκα τὸ βράδυ ἔχει πρόστιμο τριανταπέντόλτσε βίτα μέσα ἀπ ̓ τὴν τρυπημένη ντε δολλάρια γιὰ τὸν καθένα»! κάλτσα. Τὸ πλήρωμα σκόρπισε. Θὰ πήγαιναν μὲ "Εκανε κρύο, κι ἄς ἦταν καλοκαίρι. 'Ἡ γυναῖκες νὰ γλεντήσουν. Εἶναι φτηνὲς οἱ ὑγρασία κόλλαγε πάνω σου σὰ θάνατος. γυναῖκες σὲ τούτη τὴ χώρα. Μ ̓ ἕνα καλ"Εβρεχε. Τόσο δυνατά, ποὺ ̓ταν σὰ νὰ μᾶς σόν, μὲ μοσχοσάπουνα, μ ̓ ἕνα πακέττο δυἔδερνε ἡ βροχή. Τὰ ξύλα γλυστροῦσαν ἐτικὰ τσιγάρα μπορεῖς νάχεις ὅποια θέλεις. πικίνδυνα. Οἱ ἐργάτες δὲν εἶχαν ἀδιάβροΜικρὴ ἤ μεγάλη, παντρεμένη ἤ ἐλεύθερη.
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →