ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
87ΜΑΡΤΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Στη χώρα με τα ξεχαρβαλωμένα παπούτσια — ΜΕΛΕΑ, ΙΛΕΝΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΣΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
: . ΤΟΥ͂ «ἃ»
ΙΛΕΝΑ ΜΕΛΕΑ
Στὴ χώρα μὲ τὰ ξεχαρβαλωμένα παπούτσια
Περίμενα τὸ Δούναβη γαλάζιο. Ἔτσι
μ᾽ εἶχε διδάξει ἡ κλασσικἡ μουσική. Ὅ-
ταν τὸν εἶδα, τῆς εἶπα: «Εἶσαι ψεύτρα».
Ἤ ταν ἕνα λασποπόταμο μ᾽ ἕνα καφὲ γλυ-
κὸ νερό. Δίπλα ἀπὸ τὸ καράβι μικρὰ Ρου-
μανόπουλα κολυμποῦσαν. ἼΑλλα ψάρευαν
στὸ νερὸ ποὺ ἐμεῖς μολύναμε μὲ τὰ λάδια
τῆς μηχανῆς. Κάποιες γυναῖκες ἔπλεναν τὰ
πιάτα καὶ τὰ ροῦχα τους στὴν ὄχθη δίπλα
᾿ στὶς ἄλλες ποὺ ἔχυναν τὰ ἀπόνερα... «Αὐτὸ
τὸ ποτάμι εἶναι πολὺ καταδεχτικὸ», σκέ-
φτηκα.
Πηγαίναμε νὰ φορτώσουμε ξύλα. Κα-
θαρίσαμε τ᾽ ἀμπάρια. Η ὑγρασία εἶχε ἵ-
δρώσει τὸ καράβι. Τὰ κουνούπια ἔπιαναν
τὸ φῶς ἀπὸ τὶς λάμπες. Ξημέρωσε. ρθαν
οἱ ἐργάτες. ᾿Ανέβηκα στὴ γέφυρα. Ἔπρεπε
νὰ μετράω τὶς παρτίδες τὰ ξύλα. ᾿Αντὶ νὰ
σημειώνω τὶς παλέττες, ἔγραφα στὸ μυαλό
μου εἰκόνες.
Ἢ δουλειὰ ἦταν σκληρή. Ἤθελε μπρά-
τσα νὰ κουμαντάρεις τοὺς κορμούς. Οἱ ἐρ-
γάτες ἦταν πενηντάρηδες. Τὰ παντελόνια
τους ἦταν φαρδιὰ σὰ νὰ μὴν ἦταν δικά
τους, φθαρμένα τόσο ποὺ εἶχαν τὴν ἀφὴ
μεταξωτοῦ. Στρώσεις τὰ μπαλώματα. Οἱ
μπλοῦζες τους ἔμοιαζαν μὲ σάβανα. Τὰ πα-
πούτσια τους... κάρφωνα τὰ μάτια µου πά-
νω τους προσπαθώντας νὰ πιστέψω. "Οχι,
σίγουρα δὲν ἔβλεπα σινεμά. Δὲν ἦταν ται-
νία τοῦ Σαρλώ. Γιατῖ ὅμως φόραγαν τὰ ἴδια
περίπου παπούτσια;
Ἔτσι μεγάλα, φουσκωμένα, μὲ τὰ κορ-
δόνια κομμένα κι ἀνοιχτὰ μπροστά, τε-
λείως ἀνοιχτά, νὰ φαίνονται οἱ πρόκες ποὺ
χώρισαν ἀπὸ τὴ σόλα κι ἔμειναν μετέωρες
σὰ δόντια σὲ στόμα ἀνοιχτὸ καρχαρία.
Τὸ μεγάλο δάχτυλο τοῦ ποδιοῦ ἔκανε
ντόλτσε βίτα μέσα ἀπ᾿ τὴν τρυπημένη
κάλτσα.
"Εκανε κρύο, κι ἄς ἦταν καλοκαίρι. 'Ἡ
ὑγρασία κόλλαγε πάνω σου σὰ θάνατος.
"Εβρεχε. Τόσο δυνατά, ποὺ ᾽ταν σὰ νὰ μᾶς
ἔδερνε ἡ βροχή. Τὰ ξύλα γλυστροῦσαν ἐ-
πικίνδυνα. Οἱ ἐργάτες δὲν εἶχαν ἀδιάβρο-
χα. ᾿Αδιάβροχα! Χῶναν τὰ πόδια τους μὲ
τὰ ξεχαρβαλωμένα παπούτσια ἀνάμεσα στὰ
κενά, πάλευαν μ᾽ ὅλο τὸ βρεγμένο εἶναι
τους νὰ βάλουν τὶς ὀξυὲς τὴ μία πάνω στὴν
ἄλλη. Πολέμαγαν μ᾽ ἀδύνατα μπράτσα --
μοχλοὺς νὰ κουνήσουν τοὺς τόνους. Καὶ
γλύστραγαν κι ἡ βροχὴ τοὺς ἔδερνε, σὰ νὰ
᾽ταν σκλάβοι σὲ ρωμαϊκὴ γαλέρα, καὶ τὸ
νερὸ χωνόταν ὕπουλα μέσα ἀπ᾿ τὰ ξεχαρ-
βαλωμένα τους παπούτσια κι ἔλουζε τὰ δά-
χτυλα, τά ᾿κανε πιὸ ξύλα ἀπὸ τὰ ξύλα.
Ὁ καπετάνιος τοὺς ἔδωσε μουσαμᾶ νὰ
σκεπαστοῦν. Δέν ὑπῆρχε τίποτ᾽ ἄλλο στὸ
καράβι. Ἔγινε Θεός τους.
Σήµανε ὥρα γιὰ φαΐ. Τρώγανε δίπλα
στὴν τραπεζαρία µας. Κάθε Πέμπτη εἴχαμε
μακαρόνια μὲ σάλτσα, κρέας ψητὸ καὶ σα-
λάτες καὶ ὀρντέβρ καὶ μπύρα. Στὸ τέλος εἴ-
χαµε καὶ γλυκὸ ἤ φροῦτο. ᾿Εκεῖνοι τρῶγαν
κρεμμύδι μὲ χοιρινὸ λίπος κι ἕνα ψωμὶ μαῦ-
ρο καὶ σκληρὸ σὰ λιγνίτη.
Ἢ μυρωδιὰ τοῦ κρεμμυδιοῦ ἀναμιγμένη
μὲ τὸ λίπος σού ᾽φερνε ἀναγούλα. Ξέρασα.
Ἢ συνείδησή µου φαίνεται κατοικεῖ στὸ
στομάχι. Δὲν γινόταν νὰ τρώω ἐγώ µακα-
ρονάδα καὶ καταῖφι κι οἱ ἄλλοι...
Τὸ βράδυ εἴχαμε ἔξοδο. Δείξαμε τὰ δια-
βατήρια στοὺς στρατιῶτες πού ᾿ταν δίπλα
στὸ πλοῖο. Μᾶς ἄφησαν νὰ προχωρήσουμε
500 µέτρα. “Ἔπειτα ξανακύτταξαν τὰ δια-
βατήρια ἄλλοι. Περπατήσαµε καμμιὰ
τριακοσιαριὰ βήματα. Φτάσαμε στὴν πύλη
τοῦ λιμανιοῦ. Περάσαµε κι ἀπὸ τρίτο ἔ-
λεγχο, γιὰ νὰ πάρουμε τὸ πάσσο. Δηλώσα-
με πόσα λεφτὰ εἴχαμε πάνω µας. "Οταν θὰ
γυρίζαµε, θὰ τοὺς λέγαμε πόσα χαλάσαμε.
«Παιδιά», εἶπε ὁ καπετάνιος, «μετὰ τὶς
δώδεκα τὸ βράδυ ἔχει πρόστιμο τριανταπέ-
ντε δολλάρια γιὰ τὸν καθένα»!
Τὸ πλήρωμα σκόρπισε. Θὰ πήγαιναν μὲ
γυναῖκες νὰ γλεντήσουν. Εἶναι φτηνὲς οἱ
γυναῖκες σὲ τούτη τὴ χώρα. Μ᾿ ἕνα καλ-
σόν, μὲ µοσχοσάπουνα, μ᾽ ἕνα πακέττο δυ-
τικὰ τσιγάρα μπορεῖς νάχεις ὅποια θέλεις.
Μικρὴ ἤ µεγάλη, παντρεμένη ἤ ἐλεύθερη.