ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

91ΙΟΥΛΙΟΣ 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5225 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
24 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Λογική έρευνα στις λέξεις "Ναί", "Όχι" — ΓΑΤΣΙΑΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
    ἀρχή: σελ. 5225 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 91

Κείμενο φύλλου

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Κ. ΓΑΤΣΙΑΣ Δογικὴ ἔρευνα στὶς πανάρχαιες πρωθελληνικὲς λέξεις Ναί, Ὄχι “Ὑπάρχει στὴν νεοελληνικἡ γλῶσσα ἡ λέξη ἄνευ. Εἶναι κληρονομημμένη πρόθεση ἀπὸ τὴν κλασσικὴ ̓ Ἑλληνική. Σημερινά συνώνυμα: χωρίς, δίχως. Στά νεογερμανικὰ ἡ λέξη «ἄνευ» εἶναι ομπε. Παρατηρῶ ὅτι μὲ 4 γράμματα καὶ στὶς δυὸ γλῶσσες γράφεται ἡ ἴδια λέξη: ἄ-ν-ε-υ καὶ ο-ἢ-π-Ε. ̓ Υποστηρίζω, ὅτι πρόκειται ἐτυμολογικὰ γιὰ τὴν ἴδια ἀκριβῶς πρωθελληνική λέξη σὲ δυὸ παρεμφερεῖς παραλλαγές της. Τὸ ἑλληνικὸ ἄνευ καὶ τὸ γερμανικὸ οδηε --κατ ̓ ἐμὲ--- ἔχουν κοινὴ ἐτυμολογικὴ προέλευση. Καὶ στὸ «ἄνευ» καὶ στὸ «ο/πε» κατ ̓ οὐσίαν ἔχουμε σύνθεση, δηλαδὴ δυὸ λέξεις. Πιάνω τὸ «ἄνευ». ̓Εδῶ ἔχουμε τὸ στερητικὸ «ᾱ-», μὲ σημασία «ὄχι» καὶ τὴ ῥίζα τῆς ἔννοιας «νεύ-ῶ», μάλιστα: νεύω καταφατικά, συν-κατανεύω, ἀποδέχομαι. Καὶ γιατὶ τὸ στερητικό «ἀ-» (τοῦ ἄ-νευ) ταυτίζεται μὲ τὸ «ὄχι»; ̓Εδῶ μᾶς βοηθεῖ τὸ νεογερμανικὸ οᾖπε. "Όντως, συγκρίνοντάς τα, ἔχουμε: ΑΝΕΥ ΟΗΝΕ Πλήρης κατὰ ζεύγη ἀντιστοιχία, δηλαδή: (”Α-)Ξ(ΟΗ-) καὶ (-ΝΕΥΟΞ(-ΝΕ). ̓Αναλυτικά: Πῶς σχετίζεται τὸ νεογερμανικὸ ΟΗ- μὲ τὸ ἤἼΑ- ποὺ τὸ βλέπουμε στὴν ἀντιστοιχία τοῦ πρώτου ζεύγους ἄ-νευ/οᾖμπε. ̓ Ῥωτῶ: ---ΑΝ γράψῃ ἕνας Γερμανὸς «οῇ», πῶς τὸ διαβάζει ἕνας “Ἕλληνας; "Ὑπάρχουν δυὸ τρόποι ἀναγνώσεως: Είτε ΟΗ-«οη)ξ«οῦυ: "Ἑλληνικὴ ἀνάγνωσις, ὅπου ἡ προφορὰ τοῦ «ΟΗ)Ξκοῖ», εἴτε ΟΗΞ«ΟΧ», λατινικὴ ἀνάγνωσις. “Οταν τὰ σύμβολα ΟΗ ὁ Ἕλληνας τὰ διαβάσῃ «ο-η», δηλαδή «ο-υ) φωνητικά, παρατηροῦμε ὅτι ὄντως σχηματικὰ ἡ ἕνωση τῶν «ο» καὶ «1» (α), φκιάχνει τὸ γράμμα ἄλφα. ̓Απὸ τὴν ἄποψη λοιπὸν αὖτή, τὸ «ΟΗ» εἶναι: «οΏ», εἶναι «οι», εἶναι «α»! "Οταν τὰ σύμβολα «ΟΗ» ἕνας Ἕλληνας θεωρήσῃ ὅτι ἀντιπροσωπεύουν λατινικοὺς ἤχους, τότε τὰ διαβάζει: «ΟΧ». Γνωρίζοντας τὴν θεσσαλικἡ προφορὰ τοῦ «ο» ὡς «οὐ» «Πουνηροῦν τοῦν Θητταλοῦν τοὺ τοῦν ἄλλουν " ̓Ελλάνουν» ἤτοι: εἶναι περισσότερον πονηροῦν τὸ Θεσσαλικὸν στοιχεῖον ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους Ἓλληνας), τὸ «ΟΧ», θὰ μποροῦσε νὰ διαβαστῇ καί ὡς «οὐχ». Οὐχ ὅμως καὶ οὐκ, ἀλλὰ καὶ σκέττο «οὐ», στὰ ̓ Ελληνικὰ εἶναι ἡ ἄρνηση, τὸ «ὄχ-ι» (ἀπὸ τὸ «οὐχ-ί»). Οὐχ-ὶ καὶ ὄχ-ι εἶναι καὶ σήμερα στοὺς Ἕλληνες ἴδια λέξη. Καὶ στὶς δυὸ ἐκδοχὲς βλέπουμε τὸ οἨ- τοῦ νεογερμανικοῦ ομπε νὰ μᾶς ὁδηγῆ στὸ Α- τοῦ νεοελληνικοῦ «ἄνευ». ̓Αλλὰ καὶ τὸ δεύτερο μέρος τῶν λέξεων «ἄ-νευ» καὶ «ΟΗ-ΝΕ», ταυτίζεται. Πῶς ταυτίζεται τὸ -νευ τοῦ ἄνευ μὲ τὸ -πε τοῦ ομπε; ̓Αναλύω: Τὸ «υ» διαβάζεται ἀπ ̓ τοὺς νεοέλληνες σήμερα «ι». 'Οπότε: νευξνει. ̓Ακολούθως: Τὸ «ΕΠ» ἔναλλάσσεται ἄνετα ἀπ ̓ τούς νεοέλληνες μὲ τὸ «Π». Παράδειγμα, τὸ γ ́ πρόσωπο τοῦ ῥήματος στὸν ἑνικὸ (ὁριστικήὴ-ὑποτακτική: π.χ. «τρέχει»-ατρέχῃ» κ.ἄ.). Ἔτσι,
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →