ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
91ΙΟΥΛΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Λογική έρευνα στις λέξεις "Ναί", "Όχι" — ΓΑΤΣΙΑΣ, ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Κ. ΓΑΤΣΙΑΣ
Δογικὴ ἔρευνα στὶς πανάρχαιες
πρωθελληνικὲς λέξεις Ναί, Ὄχι
“Ὑπάρχει στὴν νεοελληνικἡ γλῶσσα ἡ λέξη ἄνευ. Εἶναι κληρονομημµένη πρό-
θεση ἀπὸ τὴν κλασσικὴ ᾿ Ἑλληνική. Σημερινά συνώνυμα: χωρίς, δίχως. Στά νεο-
γερμανικὰ ἡ λέξη «ἄνευ» εἶναι ομπε. Παρατηρῶ ὅτι μὲ 4 γράμματα καὶ στὶς δυὸ
γλῶσσες γράφεται ἡ ἴδια λέξη: ἄ-ν-ε-υ καὶ ο-ἢ-π-Ε. ᾿ Υποστηρίζω, ὅτι πρόκειται
ἐτυμολογικὰ γιὰ τὴν ἴδια ἀκριβῶς πρωθελληνική λέξη σὲ δυὸ παρεμφερεῖς πα-
ραλλαγές της.
Τὸ ἑλληνικὸ ἄνευ καὶ τὸ γερμανικὸ οδηε --κατ᾽ ἐμὲ--- ἔχουν κοινὴ ἐτυμολο-
γικὴ προέλευση. Καὶ στὸ «ἄνευ» καὶ στὸ «ο/πε» κατ᾽ οὐσίαν ἔχουμε σύνθεση,
δηλαδὴ δυὸ λέξεις. Πιάνω τὸ «ἄνευ». ᾿Εδῶ ἔχουμε τὸ στερητικὸ «ᾱ-», μὲ σημα-
σία «ὄχι» καὶ τὴ ῥίζα τῆς ἔννοιας «νεύ-ῶ», μάλιστα: νεύω καταφατικά, συν-κατα-
νεύω, ἀποδέχομαι. Καὶ γιατὶ τὸ στερητικό «ἀ-» (τοῦ ἄ-νευ) ταυτίζεται μὲ τὸ «ὄχι»;
᾿Εδῶ μᾶς βοηθεῖ τὸ νεογερμανικὸ οᾖπε. "Όντως, συγκρίνοντάς τα, ἔχουμε:
ΑΝΕΥ
ΟΗΝΕ
Πλήρης κατὰ ζεύγη ἀντιστοιχία, δηλαδή: (”Α-)Ξ(ΟΗ-) καὶ (-ΝΕΥΟΞ(-ΝΕ).
᾿Αναλυτικά: Πῶς σχετίζεται τὸ νεογερμανικὸ ΟΗ- μὲ τὸ ἤἼΑ- ποὺ τὸ βλέπουμε
στὴν ἀντιστοιχία τοῦ πρώτου ζεύγους ἄ-νευ/οᾖμπε. ᾿ Ῥωτῶ: ---ΑΝ γράψῃ ἕνας
Γερμανὸς «οῇ», πῶς τὸ διαβάζει ἕνας “Ἕλληνας; "Ὑπάρχουν δυὸ τρόποι ἀναγνώ-
σεως: Είτε ΟΗ-«οη)ξ«οῦυ: "Ἑλληνικὴ ἀνάγνωσις, ὅπου ἡ προφορὰ τοῦ «ΟΗ)-
Ξκοῖ», εἴτε ΟΗΞ«ΟΧ», λατινικὴ ἀνάγνωσις. “Οταν τὰ σύμβολα ΟΗ ὁ Ἕλληνας τὰ
διαβάσῃ «ο-η», δηλαδή «ο-υ) φωνητικά, παρατηροῦμε ὅτι ὄντως σχηματικὰ ἡ ἕ-
νωση τῶν «ο» καὶ «1» (α), φκιάχνει τὸ γράμμα ἄλφα. ᾿Απὸ τὴν ἄποψη λοιπὸν αὖ-
τή, τὸ «ΟΗ» εἶναι: «οΏ», εἶναι «οι», εἶναι «α»! "Οταν τὰ σύμβολα «ΟΗ» ἕνας
Ἕλληνας θεωρήσῃ ὅτι ἀντιπροσωπεύουν λατινικοὺς ἤχους, τότε τὰ διαβάζει:
«ΟΧ». Γνωρίζοντας τὴν θεσσαλικἡ προφορὰ τοῦ «ο» ὡς «οὐ» «Πουνηροῦν τοῦν
Θητταλοῦν τοὺ τοῦν ἄλλουν "᾿Ελλάνουν» ἤτοι: εἶναι περισσότερον πονηροῦν τὸ
Θεσσαλικὸν στοιχεῖον ἀπὸ τοὺς ὑπολοίπους Ἓλληνας), τὸ «ΟΧ», θὰ μποροῦσε
νὰ διαβαστῇ καί ὡς «οὐχ». Οὐχ ὅμως καὶ οὐκ, ἀλλὰ καὶ σκέττο «οὐ», στὰ ᾿ Ελλη-
νικὰ εἶναι ἡ ἄρνηση, τὸ «ὄχ-ι» (ἀπὸ τὸ «οὐχ-ί»). Οὐχ-ὶ καὶ ὄχ-ι εἶναι καὶ σήµερα
στοὺς Ἕλληνες ἴδια λέξη. Καὶ στὶς δυὸ ἐκδοχὲς βλέπουμε τὸ οἨ- τοῦ νεογερ-
μανικοῦ οµπε νὰ μᾶς ὁδηγῆ στὸ Α- τοῦ νεοελληνικοῦ «ἄνευ».
᾿Αλλὰ καὶ τὸ δεύτερο µέρος τῶν λέξεων «ἄ-νευ» καὶ «ΟΗ-ΝΕ», ταυτίζεται.
Πῶς ταυτίζεται τὸ -νευ τοῦ ἄνευ μὲ τὸ -πε τοῦ ομπε; ᾿Αναλύω: Τὸ «υ» διαβάζεται
ἀπ᾿ τοὺς νεοέλληνες σήµερα «ι». 'Οπότε: νευξνει. ᾿Ακολούθως: Τὸ «ΕΠ» ἔναλ-
λάσσεται ἄνετα ἀπ᾿ τούς νεοέλληνες μὲ τὸ «Π». Παράδειγμα, τὸ γ΄ πρόσωπο τοῦ
ῥήματος στὸν ἑνικὸ (ὁριστικήὴ-ὑποτακτική: π.χ. «τρέχει»-ατρέχῃ» κ.ἄ.). Ἔτσι,