ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
91ΙΟΥΛΙΟΣ 1989
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Στο παγκάκι — ΚΩΣΤΑΚΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ
Κείμενο φύλλου
ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
[τ
. ΤΟΥ «ἃ»
ΘΑΝΑΣΗΣ Π. ΚΩΣΤΑΚΗΣ
Στὸ παγκάκι
--- Γιὰ δυό, τουλάχιστο, χρόνια θὰ εἰσαι
ἥσυχος, μὲ εἶχε διαβεβαιώσει ὁ ὀδοντογιατρός
μου, νὰ ὅμως πού, πρὶν ἀκόμα
περάσουν ἕξι μῆνες, ὁ δεξιὸς πρῶτος τραπεζίτης
εἶχε ἀρχίσει νὰ μοῦ πονάει! Δὲν ἤμουν
συνηθισμένος σὲ πονόδοντο, γι ̓ αὐτὸ
καὶ μοῦ κακοφάνηκε, ὅταν, σήμερα, πολὺ
πρὶν ξημερώσει, μ ̓ ἐξύπνησε.
-- Σήμερα βρέθηκε κι αὐτὸ νὰ πονέσει;
σκέφτηκα. Ἔχει μαζευτεῖ τόση δουλειὰ
στὸ γραφεῖο! Μπῆκα στὸ μικρὸ πάρκο ποὺ
διασχίζω κάθε πρωὶ πηγαίνοντας στὴ δουλειά
μου, καί, ὅταν ἔφτασα στὴ μέση, σωριάστηκα
στὸ πρῶτο παγκάκι ποὺ βρέθηκε
μπροστά μου, στήριξα τὸν ἀγκῶνα μου πάνὼ
στὸ γόνατο, καὶ ἀκούμπησα τὸ πονεμένο
σαγόνι στὴν ἀνοιχτή μου παλάμη. ὋΟ
πόνος εἶχε δυναμώσει, κ ̓ ἐγώ δέν εἶχα κανένα
μέσο ν ̓ ἀνακουφιστῶ, τουλάχιστο ὥσπου
νὰ φτάσω στὸ γραφεῖο, νὰ ζητήσω ἄδεια
καὶ νὰ τρέξω στὸν ὀδοντογιατρό μου.
Σὲ λίγο ὁ πόνος μ ̓ ἔσφιξε περισσότερο,
καὶ τότε ἄρχισα νὰ σκύβω ὅλο πιὸ βαθιὰ τὸ
κεφάλι, μὲ τὴν ψεύτικην ἐλπίδα πὼς ἔτσι
θ ̓ ἀποξεχνιόμουν, ὥσπου νὰ καλυτερέψει
κάπως ἡ κατάσταση. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος,
ποὺ δὲν εἶδα τὸν κύριο ποὺ ἦρθε δίχως θόρυβο
κ ̓ ἐκάθησε στὸ παγκάκι ποὺ βρισκόταν
ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ δικό μου, τὸ
πρόσεξα ἀργότερα, ὅταν ὁ πόνος τοῦ δοντιοῦ
ἄρχισε κάπως νὰ ἐλαφρώνει. ̓Εσήκὠωσα
τότε τὸ κεφάλι κ ̓ ἐπρόσεξα καλύτερα
τὸν νεοφερμένο, δίχως νὰ ξεχωρίσω σ ̓
αὐτὸν τίποτα τὸ ἰδιαίτερο. ταν ἕνας κοινός,
ἕνας συνηθισμένος νέος ἄντρας, σὰν
αὐτοὺς ποὺ βλέπει κανεὶς κάθε μέρα στὸ
δρόμο, σὰν αὐτοὺς ποὺ περνοῦν ἀπὸ τὸ
γραφεῖο ἢ σὰν αὐτοὺς ποὺ κάνουν τὸν πρωινό
τους περίπατο, ἐδῶ καὶ λίγην ὥρα, στὸ
πάρκο. ̓Ακόμα καὶ τὸ ντύσιμό του ἦταν
συνηθισμένο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερο.
Φαινόταν γύρω στὰ τριάντα, ἀνῆκε, ὁπωσδήποτε,
στὴν ἐργατικὴ τάξη, ὅπως λέμε,
καὶ τὸ μόνο ποὺ δὲν ταίριαζε μὲ τὴν ἐμφάνισή
του ἦταν πῶς σὲ ὥρα δουλειᾶς γιὰ ὅλους
τοὺς ἐργαζόμενους αὐτὸς εἶχε στρογγυλοκαθήσει
στὸ παγκάκι, χωρὶς νὰ τὸν
ἐνδιαφέρει, ἂν ἡ ώρα περνοῦσε, ἀκόμα καὶ
χωρὶς νὰ ρίξει, ἔστω καὶ μιὰ ματιά, στὸ
ρολόγι ποὺ εἶχε περάσει στὸ ἀριστερό του
χέρι. Ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὴν ὥρα --- δὲν ὑπολόγισα
πόσην ἀκριβῶς --- καὶ δὲν φαινόταν
καθόλου νὰ βιάζεται.
Συνέχισα νὰ κυττάζω ἀρκετὴν ὥρα τὸν
ξένο, μιὰ καὶ ὁ πόνος φαινόταν νὰ λιγοστεύει,
ὥσπου στὸ τέλος τὸν εἶδα νὰ ρίχνει
μιὰ γρήγορη ματιὰ στὸ ρολόγι του.
- ̓Επὶ τέλους! εἶπα μέσα μου. Νὰ ποὺ
θυμήθηκε καὶ τὴ δουλειά του]!
Αμ” δέ, ποὺ θὰ πήγαινε στὴ δουλειά
του! Πρὶν ἀκόμα περάσουν λίγα λεπτὰ ἀπ ̓
αὐτή μου τὴ σκέψη, εἶχα κιόλας καταλάβει
γιὰ ποιὸ λόγο εἶχε ρίξει ἐκείνη τὴ γρήγορη
ματιὰ στὸ ρολόγι του: ̓ Απὸ τὴν ἄκρη τοῦ
στενοῦ δρόμου τοῦ πάρκου εἶχε προβάλει
μιὰ γυναῖκα, ποὺ φαινόταν πὼς ἔψαχνε νὰ
βρεῖ κάποιον, καὶ ποὺ στὸ τέλος στρογγυλοκάθησε
κι αὐτὴ στὸ ἴδιο παγκάκι μὲ τὸν
ἄλλο, χωρὶς ὅμως νὰ τοῦ πεῖ οὔτε καλημέρα.
-- Ἴσως ἐπειδὴ εἶμαι ἐγώ, σκέφτηκα
κάπως ἀνόητα. Φαίνεται πὼς τὸ εἰδύλλιό
τους εἶναι καινούργιο καὶ δὲ θέλουν νὰ τὸ
μάθει ὁ κόσμος...
Τράβηξα τὰ μάτια μου ἀπὸ τοὺς δυὸ
γείτονές μου, τὰ σήκωσα ψηλὰ καὶ εἶδα τὶς
φυλλωσιὲς τῶν δέντρων ποὺ γέρναν πρὸς
τὸ ἀντίθετο μέρος ἀπ ̓ αὐτὸ ποὺ κατέβαινε
ἀπὸ τὸ βουνὸ τὸ πρωινὸ ἀρκετὰ δυνατὸ ἀεράκι,
σκορπώντας ἄφθονη δροσιὰ σὲ ὅ,τι
βρισκόταν μπροστά του καὶ ἀναδεύοντας
τὰ φύλλα, ὅπως ἀνακατεύουν οἱ μάνες τὰ
μαλλιὰ τῶν παιδιῶν τους, ὅταν τὰ λούζουν.
Μετὰ τὶς κορφὲς τῶν δέντρων χαμήλωσε
πρὸς τὴ γῆ καὶ ἄρχισε ἕναν τρελλὸ χορὸ
μὲ τὰ πεσμένα στὸ χῶμα ξερὰ φύλλα καὶ μὲ
τὴ σκόνη. Εκλεισα τὰ μάτια μου, γιὰ νὰ
τὰ προφυλάξω ἀπὸ τὴ σκόνη, ἔβαλα μπροστά
μου τὶς δυὸ παλάμες μου γιὰ περισσότερη
σιγουριά, γύρισα ἔπειτα τὸ κεφάλι
μου πρὸς τὰ πίσω, καί, ὅταν ἀπομακρύνθηκε
ὁ ἀέρας καὶ τὰ ξερὰ φύλλα καὶ ἡ σκόνη
ξαναγύρισαν στὸ χῶμα, ξανάφερα κ ̓ ἐγὼ
τὸ κεφάλι μου στὴν πρώτη του θέση.