ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

91ΙΟΥΛΙΟΣ 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5257 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
56 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Στο παγκάκι — ΚΩΣΤΑΚΗΣ, ΘΑΝΑΣΗΣ
    ἀρχή: σελ. 5257 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 91

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ «ἃ» [τ --- Γιὰ δυό, τουλάχιστο, χρόνια θὰ εἰ- σαι ἥσυχος, μὲ εἶχε διαβεβαιώσει ὁ ὀδο- ντογιατρός μου, νὰ ὅμως πού, πρὶν ἀκόμα περάσουν ἕξι μῆνες, ὁ δεξιὸς πρῶτος τρα- πεζίτης εἶχε ἀρχίσει νὰ μοῦ πονάει! Δὲν ἤ- μουν συνηθισμένος σὲ πονόδοντο, γι᾿ αὐτὸ καὶ μοῦ κακοφάνηκε, ὅταν, σήμερα, πολὺ πρὶν ξημερώσει, μ᾽ ἐξύπνησε. -- Σήμερα βρέθηκε κι αὐτὸ νὰ πονέσει; σκέφτηκα. Ἔχει μαζευτεῖ τόση δουλειὰ στὸ γραφεῖο! Μπῆκα στὸ μικρὸ πάρκο ποὺ διασχίζω κάθε πρωὶ πηγαίνοντας στὴ δου- λειά μου, καί, ὅταν ἔφτασα στὴ μέση, σω- ριάστηκα στὸ πρῶτο παγκάκι ποὺ βρέθηκε μπροστά μου, στήριξα τὸν ἀγκῶνα µου πά- νὼ στὸ γόνατο, καὶ ἀκούμπησα τὸ πονεμέ- νο σαγόνι στὴν ἀνοιχτή μου παλάμη. ὋΟ πόνος εἶχε δυναμώσει, κ᾿ ἐγώ δέν εἶχα κα- νένα μέσο ν᾿ ἀνακουφιστῶ, τουλάχιστο ὥ- σπου νὰ φτάσω στὸ γραφεῖο, νὰ ζητήσω ἄ- δεια καὶ νὰ τρέξω στὸν ὀδοντογιατρό μου. Σὲ λίγο ὁ πόνος μ᾽ ἔσφιξε περισσότερο, καὶ τότε ἄρχισα νὰ σκύβω ὅλο πιὸ βαθιὰ τὸ κεφάλι, μὲ τὴν ψεύτικην ἐλπίδα πὼς ἔτσι θ᾽ ἀποξεχνιόμουν, ὥσπου νὰ καλυτερέψει κάπως ἡ κατάσταση. Αὐτὸς ἦταν ὁ λόγος, ποὺ δὲν εἶδα τὸν κύριο ποὺ ἦρθε δίχως θό- ρυβο κ᾿ ἐκάθησε στὸ παγκάκι ποὺ βρισκό- ταν ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπὸ τὸ δικό μου, τὸ πρόσεξα ἀργότερα, ὅταν ὁ πόνος τοῦ δο- ντιοῦ ἄρχισε κάπως νὰ ἐλαφρώνει. ᾿Εσή- κὠωσα τότε τὸ κεφάλι κ᾿ ἐπρόσεξα καλύτε- ρα τὸν νεοφερμένο, δίχως νὰ ξεχωρίσω σ᾽ αὐτὸν τίποτα τὸ ἰδιαίτερο. ταν ἕνας κοι- νός, ἕνας συνηθισμένος νέος ἄντρας, σὰν αὐτοὺς ποὺ βλέπει κανεὶς κάθε μέρα στὸ δρόµο, σὰν αὐτοὺς ποὺ περνοῦν ἀπὸ τὸ γραφεῖο ἢ σὰν αὐτοὺς ποὺ κάνουν τὸν πρω- ινό τους περίπατο, ἐδῶ καὶ λίγην ὥρα, στὸ πάρκο. ᾿Ακόμα καὶ τὸ ντύσιμό του ἦταν συνηθισμένο, δὲν εἶχε τίποτα τὸ ἰδιαίτερο. Φαινόταν γύρω στὰ τριάντα, ἀνῆκε, ὁπωσ- δήποτε, στὴν ἐργατικὴ τάξη, ὅπως λέμε, καὶ τὸ µόνο ποὺ δὲν ταίριαζε μὲ τὴν ἐμφά- νισή του ἦταν πῶς σὲ ὥρα δουλειᾶς γιὰ ὅ- λους τοὺς ἐργαζόμενους αὐτὸς εἶχε στρογ- γυλοκαθήσει στὸ παγκάκι, χωρὶς νὰ τὸν ΘΑΝΑΣΗΣ Π. ΚΩΣΤΑΚΗΣ Στὸ παγκάκι ἐνδιαφέρει, ἂν ἡ ώρα περνοῦσε, ἀκόμα καὶ χωρὶς νὰ ρίξει, ἔστω καὶ μιὰ µατιά, στὸ ρολόγι ποὺ εἶχε περάσει στὸ ἀριστερό του χέρι. Ἔμεινε ἐκεῖ ἀρκετὴν ὥρα --- δὲν ὑ- πολόγισα πόσην ἀκριβῶς --- καὶ δὲν φαινό- ταν καθόλου νὰ βιάζεται. Συνέχισα νὰ κυττάζω ἀρκετὴν ὥρα τὸν ξένο, μιὰ καὶ ὁ πόνος φαινόταν νὰ λιγο- στεύει, ὥσπου στὸ τέλος τὸν εἶδα νὰ ρίχνει μιὰ γρήγορη ματιὰ στὸ ρολόγι του. - ᾽Επὶ τέλους! εἶπα µέσα µου. Νὰ ποὺ θυμήθηκε καὶ τὴ δουλειά του]! Αμ” δέ, ποὺ θὰ πήγαινε στὴ δουλειά του! Πρὶν ἀκόμα περάσουν λίγα λεπτὰ ἀπ᾿ αὐτή µου τὴ σκέψη, εἶχα κιόλας καταλάβει γιὰ ποιὸ λόγο εἶχε ρίξει ἐκείνη τὴ γρήγορη ματιὰ στὸ ρολόγι του: ᾿ Απὸ τὴν ἄκρη τοῦ στενοῦ δρόμου τοῦ πάρκου εἶχε προβάλει μιὰ γυναῖκα, ποὺ φαινόταν πὼς ἔψαχνε νὰ βρεῖ κάποιον, καὶ ποὺ στὸ τέλος στρογγυ- λοκάθησε κι αὐτὴ στὸ ἴδιο παγκάκι μὲ τὸν ἄλλο, χωρὶς ὅμως νὰ τοῦ πεῖ οὔτε καλημέ- ρα. -- Ἴσως ἐπειδὴ εἶμαι ἐγώ, σκέφτηκα κάπως ἀνόητα. Φαίνεται πὼς τὸ εἰδύλλιό τους εἶναι καινούργιο καὶ δὲ θέλουν νὰ τὸ μάθει ὁ κόσμος... Τράβηξα τὰ μάτια μου ἀπὸ τοὺς δυὸ γείτονές μου, τὰ σήκωσα ψηλὰ καὶ εἶδα τὶς φυλλωσιὲς τῶν δέντρων ποὺ γέρναν πρὸς τὸ ἀντίθετο μέρος ἀπ᾿ αὐτὸ ποὺ κατέβαινε ἀπὸ τὸ βουνὸ τὸ πρωινὸ ἀρκετὰ δυνατὸ ἀε- ράκι, σκορπώντας ἄφθονη δροσιὰ σὲ ὅ,τι βρισκόταν μπροστά του καὶ ἀναδεύοντας τὰ φύλλα, ὅπως ἀνακατεύουν οἱ μάνες τὰ μαλλιὰ τῶν παιδιῶν τους, ὅταν τὰ λούζουν. Μετὰ τὶς κορφὲς τῶν δέντρων χαμήλωσε πρὸς τὴ γῆ καὶ ἄρχισε ἕναν τρελλὸ χορὸ μὲ τὰ πεσμένα στὸ χῶμα ξερὰ φύλλα καὶ μὲ τὴ σκόνη. Εκλεισα τὰ μάτια μου, γιὰ νὰ τὰ προφυλάξω ἀπὸ τὴ σκόνη, ἔβαλα μπρο- στά µου τὶς δυὸ παλάμες µου γιὰ περισσό- τερη σιγουριά, γύρισα ἔπειτα τὸ κεφάλι µου πρὸς τὰ πίσω, καί, ὅταν ἀπομακρύνθη- κε ὁ ἀέρας καὶ τὰ ξερὰ φύλλα καὶ ἡ σκόνη ξαναγύρισαν στὸ χῶμα, ξανάφερα κ᾿ ἐγὼ τὸ κεφάλι µου στὴν πρώτη του θέση.
← καθαρισμένο κείμενο