ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

92-93ΑΥΓ. - ΣΕΠΤ. 1989

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5319 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο καπετάν Λευτέρης — ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΔΗΣ, ΜΙΜΗΣ
    ἀρχή: σελ. 5319 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 92

Κείμενο φύλλου

ΜΙΜΗΣ ΕΛΕΥΟΘΕΡΙΑΛΔΗΣ ὋὋ καπετὰν Λευτέρης ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «ἂν -- Κι ἐγὼ σοῦ λέω πὼς δὲν εἶναι ἄσκηση, εἶπε στὸ μοῦτσο του ὁ καπετὰν Λευτέρης ὁ Κότσυρας. Παλιὸ σκαρὶ τῆς θάλασσας. ̓Αγωνιστἠὴς στὸ νερό ἀπ ̓ τὰ χρόνια τῆς κατοχῆς. Νησιώτης, Πλατύστηθος μὲ δυὸ μάτια μαβιὰ σὰν τὸ νερὸ τῆς θάλασσας, σὰν τὸ χρῶμα τοῦ οὐρανοῦ. Ψαράδικο εἶχε στὰ χρόνια ποὺ σκλαβώθηκε τὸ νησί του. Τὸ ἐπίταξαν οἱ Γερμανοί. Μὰ δὲν τὸ μπόρεσε. ἝἛνα βράδυ μαχαίρῶσε τὸν ἕναν ἀπὸ ἔκείνους ποὺ τὸν φύλαγαν καὶ φουντάρησε τὸν ἄλλο στὴ θάλασσα. Δὲν ξαναγύρισε στὸ νησί. Βρῆκε ἕνα ἐγγλέζικο ἀνοιχτὰ ἀπ ̓ τὴ Σάμο. ̓Ενώθηκε μὲ τὰ ἑλληνικὰ κομμάντος. Πολέμησε μαζί τους. ́Αραξε στὴν Κύπρο. Γονιοὺς δὲν εἶχε. Μπεκιάρης. ̓Αγάπησε μιὰ Κυπριωτοπούλα. Ξέμεινε στὸν ὄμορφο τόπο της. Ψαρᾶς πάλι. 'Ο ἄνθρωπος σὰν δεθεῖ μὲ τὸ νερό, δὲν στεργεύει, ἔλεγε. Ὅσα χρόνια κι ἂν περάσουν, ἡ θάλασσα εἶναι στὴν καρδιά του. ̓Αβάρετη. Πρόθυμη. Ηρθε κι ἕνα κορίτσι, ἴδιος αὖτός. Ροδομάγουλο καὶ εἶχε τὰ ἴδια μάτια μὲ κεῖνον. Μαβιά. Μέσα τους ὁ οὐρανὸς κι ἡ θάλασσα. Λουλούδισε ἡ χαρά στὸ σπιτικό τους. Σὰν ἔρχονταν τίποτα γνωστοὶ ἀπ ̓ τὸ νησί, τὰ ἔπιναν στὸν καφενέ. Τὰ ἔλεγαν. "Ομορφο τὸ νησί μας. "Όμορφα κι ἐδῶ. Μιὰ εἶναι ἡ γῆ. Μιά ἡ ̓ Ελλάδα. Μιὰ εἶναι κι ἡ θάλασσα. Ἕνας οὐρανός. Κι ἕνας ὁ ἄνθρωπος. Ἕνας, ποὺ ἔγινε πολλά κομμάτια. Πολλὰ κεφάλια. Πολλὰ μυαλά. --- Σύρε, μωρὲ Κωστῆ, εἶπε, σύρε πάλι στὸ λιμενάρχη. Βλέπω πολλὰ πλεούμενα νάρχουνται καὶ τοῦτα τὰ πετούμενα ψηλὰ δὲν μ ̓ ἀρέσουν. Πῆγε ὁ μοῦτσος, γύρισε. -- Τίποτα, εἶπε, γυμνάσια. Ηταν ὁ ταγματάρχης ἐκεῖ. Πῆραν τὴν ̓Αθήνα. ”Ακουσα ποὺ μιλοῦσε ὁ λιμενάρχης στοὺς ἄλλους ποὺ περίμεναν. «Μὴν ἀνησυχεῖτε». ̓Ανάσαναν ὅλοι. Παράγγειλαν καφέ. Ἔφυγα. Ὃ καπετὰν Λευτέρης βγῆκε στὴ στεριά. Πῆγε στὸ σπίτι. Εἶχε κάμποσα φυσίγγια φυλαγμένα, κάτι χειροβομβίδες. Πέντε ἕξι κομμάτια δυναμίτη. Τὸν ἔπιασε ἀπὸ κά- ποιους ψαρᾶδες, ποὺ ἤθελαν νὰ τὸν ρίξουν γιὰ ψάρια. Κακὴ συνήθεια. “ἕτοιμος ἦταν ὁ ἕνας νὰ ρίξει τὸ τορπίλλι στὸ νερό. Τὸν εἶδε, φώναξε ἄγρια. Τὸν κόντεψε. Ἔσβησε τὸ φυτίλι, τράβηξε δυὸ χαστούκια στὸν ψαρᾶ καὶ σὰν ὅρμησαν οἱ ἄλλοι ἐπάνω του, τράβηξε τρεῖς γροθιές, κι ἐκείνους τοὺς ἔκανε νὰ σταθοῦν μὲ ματωμένα μοῦτρα. -- Τὸ ψάρι θέλει τίμιο πάλεμα, εἶπε, ὅπως θέλει κι ὁ ἄνθρωπος τίμιο κύτταγμα. Τίμιες καρδιές. Δὲν μὲ ἀρέσουν οἱ μπαμπέσηδες. Μαζέψετέ τα καὶ φύγετε. Δὲν σᾶς καταδίνω. Πιστεύω, δὲν θὰ κάνετε ξανὰ τέτοιες ἀπόπειρες. Πῆρε τὰ ἐκρηκτικά. ἜἜβαλε μπροστὰ στὸ τιμόνι τὶς χειροβομβίδες. Γέμισε τὰ ντεπόζιτα. --- Κωστῆ, εἶπε στὸ μοῦτσο, φεύγα. Πᾶνε στὴ μάνα σου. Δὲν ξέρω τὶ φέρνουν οἱ ώρες τοῦτες, ἀλλὰ ἡ μυρωδιὰ μὲ χτυπᾶ στὰ ρουθούνια ἄσχημα. Δὲν πέρασε ὥρα καὶ ἀκούστηκαν νὰ πέφτουν οἱ πρῶτες βόμβες καὶ τ ̓ ἀεροπλάνα νὰ ρίχνουν τοὺς ἀλεξιπτωτιστές. Τὰ τούρκικα καράβια χτυποῦσαν τὶς ἀκτές. 'Ο καπετὰν Λευτέρης ἔκανε τὸ σταυρό του. - Χτυποῦν τὰ σκυλιὰ στ ̓ ἀλήθεια, μουρμούρισε. Τί ἀσκήσεις, μωρέ, καὶ τί μὴν ἀνησυχεῖτε; Μπαμπέσηδες εἶναι οἱ Τοῦρκοι. Μπαμπέσηδες ὅσοι θέλουν τὸν πόλεμο. Βγῆκε ἀπ ̓ τὸ σκάφος. Ἔτρεξε στὸ σπίτι του. ταν πολλὲς γυναῖκες ἐκεῖ μαζὶ μὲ τὴ δική του, μὲ τὴν κόρη του. Τὸν εἶδαν, σηκώθηκαν. --- Τὶ γίνεται, καπετὰν Λευτέρη; Δὲν θέλησε νὰ τὶς τρομάξει. --- Τίποτα ἀκόμη, εἶπε. "Ισως ἔχουμε πόλεμο. Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας. Στοὺς δικούς σας, κι ἂς εἶστε ὅλοι ἕτοιμοι. Ἔτσι πρέπει σὲ κάθε ἀμφίβολη, σὲ κάθε δύσκολη ὥρα. ̓ Ετοιμαστῆτε, εἶπε ὕστερα στὴ γυναῖκα του, στὴν κόρη του. Φεύγουμε. Τὸ σκάφος εἶναι ἕτοιμο. Τὶς εἶδε δισταχτικές. 'Απλωνόταν ὁ φόβος στὰ πρόσωπά τους. -- Ποῦ θὰ πᾶμε, καπετάνιε, ρώτησε ἡ
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →