ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

97ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1990

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5587 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
60 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Η Ελλάδα των ονείρων — ΛΑΓΚΕΡΗΣ, ΝΙΚΟΣ
    ἀρχή: σελ. 5587 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 97

Κείμενο φύλλου

[το ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΝΙΚΟΣ ΛΑΙΓΚΕΡΗΣ - ΤΟΥ ἐὰν "Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων Ἢ ́Η μάννα Θέλω νὰ σοῦ πῶ γιά τὴν "Ελλάδα, πούχω μέσα βαθιὰ στὴ ψυχή μου. Θέλω νὰ σοῦ μιλήσω γι ̓ αὐτὴν τὴν φλόγα, ποὺ σὰν πυραμίδα ὑψώνεται στὸν πανάρχαιο «οἴνοπα πόντο». Θέλω νὰ σοῦ ἱστορήσω τὸ βράχο, ποὺ ἀνέβηκε πρῶτος ἀπ ̓ τὰ σπλάγχνα τῆς γῆς καὶ ἐξανθρώπισε γενιὲς ἀνθρῶπων μέχρι τὸ δεῖλι του. Θέλω νὰ σοῦ πῶ γιὰ τὰ κεντίδια τῆς ψυχῆς μου, τὸ κάτασπρο ἀστέρι, αὐτὸ πού Ίκλεισα μὲ μιὰ ματιὰ στὴ μνήμη μου, τὴν κολώνα, ποὺ παντρεύεται τὴ λάμψη, φάρος αἰώνιος, φωνὴ θεοῦ. ̓Αφουγκράσου μαζί μου τὴ Νοτιά, ποὺ σκορπίζει παντοῦ τὴν ὑγρή της δύναμη, στάσου καὶ κλεῖσε τὰ μάτια ἐδῶ ψηλὰ στὸ βράχο καὶ νιὥσε τὶς χιλιετίες ποὺ πέρασαν καὶ θὰ περνοῦν σκορπίζοντας χιλιοβότανες μυρωδιές. Κι ἕλα ν ̓ ἀκολουθήσουμε τὸν γάιδαρο μέσ ̓ στὸ καταμεσήμερο, ποὺ προχωράει ἀλαφροπατώντας μονοπάτια μέσα ἀπὸ πράσινα ἀμπέλια τοῦ «πολυγηθέα Διόνυσου», καρπούς αὐτοφύτρωτους τῆς πανάρχαιας ἐτούτης γῆς. Κι ̓ ἔλα μαζί μου ἐκεῖ στὸ θεοβάδιστο βουνὸ τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων, ποὺ σημαδεύει τὸ ὅριο τοῦ αἰώνιου χιονιοῦ, πυραμίδα τοῦ πνεύματος, στὸν «αἰγλήεντα "Ολυμπο». Μὴ στέκεσαι... δὲν ἀκοῦς... ἄρχισαν νὰ ξυπνοῦν πάλι οἱ φωνές, οἱ παιᾶνες, τοῦ ἔρωτα οἱ μολπές... Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Θεοδωράκηδες εἶναι σημάδια μετάλλαξης, κίνησης καὶ πάλι, τῆς μαντικῆς ποὺ χρησμοὺς ἀρχίζει νὰ ἐξαγγέλλει. Ρώτα λοιπόν, τί περιμένεις, ρώτα τίς πέτρες νὰ σοῦ ποῦν πῶς χάθηκαν οἱ ἥρωες. Παλιὰ ἱστορία ἐτούτη, μακρόσυρτη μέσ ̓ στὶς χιλιετίες, ἀλλὰ μᾶς περιμένει, μᾶς προσκαλεῖ. ἼἜλα νὰ λουστοῦμε στὰ γλαυκὰ νερὰ ποὺ θερμαίνει ὁ πατέρας ἥλιος. ὌἜλα νὰ τεντώσουμε γυμνὰ τὸ κορμί μας πάνω στὴ λευκὴ πέτρα ἐκείνη, ποὺ μοιάζει μὲ βάθρο ναοῦ τῶν Μουσῶν. Τρέξε ἀνάμεσα στὶς κολῶνες. "Ας πάρει ἡ ψυχή σου τὴν ἀσπράδα τους καὶ ἡ σκέψη σου ἂς ἀκολουθήσει ἐτοῦτες τὶς λεῖες γραμμές, καὶ τότε θὰ δῆς τὶς χάρες ν ̓ ἀνεμίζουν. Καὶ κατέβα αἰγοπηδῶντας τὶς πλαγιὲς καὶ βούτα στὸ Αἰγαῖο καὶ ἀφοῦ τὸ κορμί σου ρουφήξει τὴν ἁλμύρα τοῦ πελάγους, ὀσφράνσου τὶς μυρωδιὲς τῆς μαρίδας, ποὺ ψήνεται στὸ κάρβουνο καὶ τρέξε νὰ χορτάσεις τὴν πεῖνα καὶ τὴν δίψα σου στὴν ταβέρνα, ποὺ εἶναι λιμάνι τῶν ψυχῶν τῶν παιδιῶν τῆς θάλασσας καὶ τῆς γῆς... Δὲς τὰ πρόσωπα τους, λάμπουν καὶ τὰ χωρατὰ κάνουν νὰ φαίνονται δόντια λευκὰ ἢ μαυρισμένα ἢ χρυσᾶ σὰν πανηγυριώτικη τρέλλα. Κι ̓ ἔβγα μετά στὴν ἀκτὴ παρὰ «θῖν ̓ ἁλός», νὰ δεῖς τὸν καπτάν-Γιώργη, ποὺ συνεχίζει νὰ πλέκει, χέρια-πόδια, τὸ κίτρινο δίχτυ, ποὺ ἁπλώνεται σὰν δαντέλλα πάνω στὸ γεμᾶτο ἁλάτια ντόκο. Καὶ νὰ ἡ «Βαγγελίτσα» παρέκει, ποὺ πάει λάμνοντας νὰ συναντήσει τὸ πέσιμο τοῦ ἥλιου. Κάλεσμα
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →