ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
97ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Η Ελλάδα των ονείρων — ΛΑΓΚΕΡΗΣ, ΝΙΚΟΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
[το ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ΝΙΚΟΣ ΛΑΙΓΚΕΡΗΣ
- ΤΟΥ ἐὰν Ἢ "Ἑλλάδα τῶν ὀνείρων
΄Η μάννα Θέλω νὰ σοῦ πῶ γιά τὴν "Ελλάδα, πούχω μέσα βαθιὰ στὴ ψυχή μου.
Κάλεσμα
Θέλω νὰ σοῦ μιλήσω γι᾿ αὐτὴν τὴν φλόγα, ποὺ σὰν πυραμίδα ὑψώνε-
ται στὸν πανάρχαιο «οἴνοπα πόντο».
Θέλω νὰ σοῦ ἱστορήσω τὸ βράχο, ποὺ ἀνέβηκε πρῶτος ἀπ᾽ τὰ σπλάγ-
χνα τῆς γῆς καὶ ἐξανθρώπισε γενιὲς ἀνθρῶπων μέχρι τὸ δεῖλι του.
Θέλω νὰ σοῦ πῶ γιὰ τὰ κεντίδια τῆς ψυχῆς μου, τὸ κάτασπρο ἀστέρι,
αὐτὸ πού Ίκλεισα μὲ μιὰ ματιὰ στὴ μνήμη μου, τὴν κολώνα, ποὺ πα-
ντρεύεται τὴ λάμψη, φάρος αἰώνιος, φωνὴ θεοῦ.
᾿Αφουγκράσου μαζί µου τὴ Νοτιά, ποὺ σκορπίζει παντοῦ τὴν ὑγρή
της δύναμη, στάσου καὶ κλεῖσε τὰ μάτια ἐδῶ ψηλὰ στὸ βράχο καὶ νι-
ὥσε τὶς χιλιετίες ποὺ πέρασαν καὶ θὰ περνοῦν σκορπίζοντας χιλιοβό-
τανες μυρωδιές.
Κι ἕλα ν᾿ ἀκολουθήσουμε τὸν γάιδαρο μέσ᾽ στὸ καταµεσήµερο, ποὺ
προχωράει ἀλαφροπατώντας μονοπάτια µέσα ἀπὸ πράσινα ἀμπέλια
τοῦ «πολυγηθέα Διόνυσου», καρπούς αὐτοφύτρωτους τῆς πανάρχαιας
ἐτούτης γῆς.
Κι᾽ ἔλα μαζί µου ἐκεῖ στὸ θεοβάδιστο βουνὸ τῶν θεῶν καὶ ἀνθρώπων,
ποὺ σηµαδεύει τὸ ὅριο τοῦ αἰώνιου χιονιοῦ, πυραμίδα τοῦ πνεύματος,
στὸν «αἰγλήεντα "Ολυμπο».
Μὴ στέκεσαι... δὲν ἀκοῦς... ἄρχισαν νὰ ξυπνοῦν πάλι οἱ φωνές, οἱ
παιᾶνες, τοῦ ἔρωτα οἱ μολπές... Χατζηδάκηδες, Ξαρχάκοι, Θεοδωρά-
κηδες εἶναι σημάδια μετάλλαξης, κίνησης καὶ πάλι, τῆς μαντικῆς
ποὺ χρησμοὺς ἀρχίζει νὰ ἐξαγγέλλει.
Ρώτα λοιπόν, τί περιμένεις, ρώτα τίς πέτρες νὰ σοῦ ποῦν πῶς χάθη-
καν οἱ ἥρωες. Παλιὰ ἱστορία ἐτούτη, μακρόσυρτη μέσ᾽ στὶς χιλιε-
τίες, ἀλλὰ μᾶς περιμένει, μᾶς προσκαλεῖ.
ἼἜλα νὰ λουστοῦμε στὰ γλαυκὰ νερὰ ποὺ θερμαίνει ὁ πατέρας ἥλιος.
ὌἜλα νὰ τεντώσουμε γυμνὰ τὸ κορμί µας πάνω στὴ λευκὴ πέτρα ἐκεί-
νη, ποὺ μοιάζει μὲ βάθρο ναοῦ τῶν Μουσῶν.
Τρέξε ἀνάμεσα στὶς κολῶνες. "Ας πάρει ἡ ψυχή σου τὴν ἀσπράδα
τους καὶ ἡ σκέψη σου ἂς ἀκολουθήσει ἐτοῦτες τὶς λεῖες γραμμές, καὶ
τότε θὰ δῆς τὶς χάρες ν᾿ ἀνεμίζουν.
Καὶ κατέβα αἰγοπηδῶντας τὶς πλαγιὲς καὶ βούτα στὸ Αἰγαῖο καὶ ἀφοῦ
τὸ κορμί σου ρουφήξει τὴν ἁλμύρα τοῦ πελάγους, ὀσφράνσου τὶς μυ-
ρωδιὲς τῆς μαρίδας, ποὺ ψήνεται στὸ κάρβουνο καὶ τρέξε νὰ χορτά-
σεις τὴν πεῖνα καὶ τὴν δίψα σου στὴν ταβέρνα, ποὺ εἶναι λιμάνι τῶν
ψυχῶν τῶν παιδιῶν τῆς θάλασσας καὶ τῆς γῆς...
Δὲς τὰ πρόσωπα τους, λάμπουν καὶ τὰ χωρατὰ κάνουν νὰ φαίνονται
δόντια λευκὰ ἢ μαυρισμένα ἢ χρυσᾶ σὰν πανηγυριώτικη τρέλλα.
Κι᾿ ἔβγα μετά στὴν ἀκτὴ παρὰ «θῖν᾽ ἁλός», νὰ δεῖς τὸν καπτάν-Γι-
ώργη, ποὺ συνεχίζει νὰ πλέκει, χέρια-πόδια, τὸ κίτρινο δίχτυ, ποὺ ἁ-
πλώνεται σὰν δαντέλλα πάνω στὸ γεμᾶτο ἁλάτια ντόκο. Καὶ νὰ ἡ
«Βαγγελίτσα» παρέκει, ποὺ πάει λάμνοντας νὰ συναντήσει τὸ πέσιμο
τοῦ ἥλιου.