ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

102ΙΟΥΝΙΟΣ 1990

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5895 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
54 ἀπό 63
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μπάτε Ρανάκε — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
    ἀρχή: σελ. 5895 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 102

Κείμενο φύλλου

ΤῸ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ο ΤΟΥ «Αν ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ Μπάτε Ῥανάκε [Τὸ ἐλάχιστον τοῦτο πόνημα, σχετικὸν μὲ τὴν μητρότητα, τὴν γεννητικότητα ἢ ὑπογεννητικότητα τῶν "Ἑλληνίδων, τὰ κάγκελλα καὶ τὰ ἄλλα συμπαρομαρτοῦντα, ᾱφιεροῦται τιμῆς ἕνεκεν εἰς τὸ ̓Ανώτατον Πνευματικὸν Ἵδρυμα τῆς χώρας, τὴν ̓Ακαδημίαν, ἐκείνην μὲ τὰ παράσημα καὶ τὰ βραβεῖα, διὰ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ἐπεδείξατο τὸ τοιοῦτον πρὸς τὴν “Ἑλληνίδα μητέρα καὶ τὰ προβλήματα αὐτῆς γενικώτερον. "Ας εἶναι ἐλαφρὸ τὸ χῶμα ποὺ τὸ σκεπάζει]: ἡ ἐσχάτη τῶν ἡμερῶν καὶ ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν, ποὺ ἔδιναν στὸ πανεπιστήμιο, καὶ μ ̓ εὕρισκε πάλι, ἔξω ὅμως ἀπὸ τὰ κάγκελλα, νὰ δαγκώνω τὴ γλῶσσα μου, γιὰ νὰ μὴ μπήξω φωνή. "Οπως στὴ γέννα. ̓Ισόβια. Μιὰ ἔξω, μιὰ μέσα. Κανονικὸ πετάλωμα. Τὶς χρονιὲς ποὺ τὰ εἶχα μισὰ τὸ πρωὶ καὶ μισὰ τ ̓ ἀπόγευμα, ἐκεῖ νὰ δεῖς ἀνεμοδούρα, ἐκεῖ νὰ δεῖς θάλασσα. Σὰ νὰ κάνεις ἀκτοπλοϊκή, μπρός-πίσω, στὸ ̓ Ακρωτήρι Χόρν. Στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα. Καὶ ὧρες-ᾧρες ἕν ̓ ἀπὸ τὰ κάγκελλα, τὸ πιὸ μοχθηρό, μοῦ περνοῦσε ἕνα τσιγκέλι στὸν οὐρανίσκο καί, γιὰ νὰ κάνει χάζι, μιὰ τὸ ἄφηνε λάσκα, κι ἐγὼ ὅπου φύγει-φύγει, μιὰ τὸ τραβοῦσε ἀπότομα ἔτσι, γιὰ νὰ μὲ βλέπει νὰ σπαρταράω καὶ τὰ ξεκαρδίζεται στὰ γέλια. Και σὰ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴ χρονιά, ποὺ ἔφυγε ὁ παλιὸς ὁ δάσκαλος καὶ ἦρθε καινούργιος, μὲ πιάνει κάτι σὰ φούσκωση καὶ μοὔρχεται νὰ βγῶ νὰ κρεμάσω τὴ σημαία στὴν πιὸ ψηλἠ κεραία τοῦ Λεκανοπεδίου ̓Αττικῆς καὶ νὰ φωνάξω «Ζήτω ἡ 'Ελλὰς». Ὃ παλιὸς εἶχε τὸν Κωστῆ μου τρία χρόνια, καὶ τὸ παιδάκι θάχε μείνει στουρνάρι μπαμπανᾶτο, ἂν δὲν ἔπεφτα πάνω-καταπάνω νὰ τοῦ βγάνω καὶ νὰ μοῦ βγάνει τὴν πίστη. πότε μὲ τὸ «ἡ γυνή, τῆς γυναικός», πότε μὲ τὸ «ἡ γυναίκα, τῆς γυναίκας». “πῆρχαν βέβαια καὶ τὰ ἀνάλογα καὶ τὰ δυσανάλογα ποσά, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ τὸ φχαριστιόμουνα ἦταν, ὅταν ἀντιστρέφαμε τοὺς ὅρους κι, ἀντὶ νὰ διαιροῦμε, πολλαπλασιάζαμε. ̓Εκεῖ ἤμουν στὸ στοιχεῖο μου. Καὶ τόμαθε τόσο καλὰ αὐτὸ τὸ μάθημα ὁ Κωστάκης, ποὺ σὰν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου κι ἕνα Σάββατο βράδυ, μιὰ Κυριακὴ πρωί, μοῦ προέκυψε Μινώταυρος, μ ̓ ἔβαζε νὰ κάνω σοῦζες τ ̓ ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι κάτω καὶ τὰ πόδια τὸν ἀνήφορο. Γιατὶ εἶχα διαβάσει σὲ κάτι σπουδαῖα βιβλία, πώς, γιὰ νὰ γίνει ὁ Κωστάκης μου ἄντρας τρομερὸς τῶν ἀπίστων ἐχθρός, ἐγὼ (ἂχ αὐτὸ τὸ ἐγώ μου!) ἔπρεπε νὰ στραβωθῶ, νὰ μουγκαθῶῷ καὶ νὰ κάνω σοῦζες ἀνάποδα. Μίλησα μὲ τὸ σύζυγό μου γιὰ τὸ πρόβλημα τοῦ παιδιοῦ - - «ἄ!» εἶπε αὐτός, καὶ γιὰ νὰ τὸν ξεφορτωθεῖ, ἔσπευσε νὰ τοῦ ἀ- Σ ̓ ἐκεῖνο τὸ σχολεῖο πιὰ μὲ ἤξεραν καὶ οἱ πέτρες καὶ τ ̓ ἀγκωνάρια καὶ τὰ κάγκελλα. ̓Ιδίως τὰ κάγκελλα. ̓Οκτὼ ἡ ὥρα τὸ προὶ μ ̓ εὕρισκε ἔξω ἀπὸ τὰ κάγκελλα, μέχρι ποὺ νὰ μποῦν στὶς τάξεις τὰ παιδιά, καὶ εὐθεῖα γραμμὴ μετὰ σ ̓ ἕνα σπίτι ἀνεμόμυλο, γιὰ νὰ κάθομαι. Καὶ δόστου κουβέντα μὲ τὶς ἄλλες ἔξυπνες γιὰ τὰ προβλήματα τῶν παιδιῶν, ἐγώ, τὸ ἐξωγήινο πλάσμα, ἡ Παναγιὰ ἡ Γλυκοφιλοῦσα, ποὺ τὸ μεσημέρι, νᾶμαι, πάλι ἔξω ἀπὸ τὰ κάγκελλα, νὰ περιμένω νὰ χτυπήσει τὸ κουδούνι. Μέσ ̓ ἀπ ̓ τὰ κάγκελλα ἅπλωνα τὸ χέρι νὰ πασσάρω τὰ σάντουϊτς καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὸ χώσω στὴν πλάτη τους, γιὰ νὰ δῶ, μήπὼς ἧσαν ἱδρωμένα. Καρδιὰ δὲν εἶχα. Μοῦ τὴν εἶχε ξερριζώσει τὸ προαύλιο, ποὺ ἦταν ὁ ὀμφαλὸς τῆς γῆς κι εἶχε ἕνα λῶρο μακρυνάρι σὰν ὑπερφυσικὸ πλοκάμι χταποδιοῦ’ τυλιγόταν μὲ τέτοια μαεστρία καὶ τέτοια μανία γύρω στὸ λαιμό μου, ὥστε ἐγὼ τότε, εἰλικρινὰ μετανιωμένη, ζητοῦσα ταπεινὰ συγγνώμη καὶ ὕστερα ἔνιωθα σὰ χαλασμένο τρανζιστοράκι πεταμένο στὰ σκουπίδια. ̓Αλλὰ ἤμουν ἦθος ἐγώ. Δὲ γνώριζα ἄλλο δρόμο ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι στὸ σχολείο καὶ ἀπὸ τὸ σχολεῖο στὸ σπίτι. Σὰν τὸ Γρηγόριο τὸ Ναζιανζηνό. Γυναῖκα ἀπολίθωμα. ̓Απὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς πρώτης τάἔης ἄρχιζα μ ̓ ἕνα ἡρωικὸ Σωθινὸ ἀπὸ γκρίνιες καὶ κλάματα, μ ̓ ἔστηναν γιὰ εἴκοσι μέρες μέσ ̓ ἀπὸ τὰ κάγκελλα ὀκτὼ μὲ δώδεκα, καὶ στὴ συνέχεια ἔπαιρνα τὸ δρόμο γιὰ τὴν ἀποκαθήλωση. “ὥσπου ἔφθανε
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →