ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
102ΙΟΥΝΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μπάτε Ρανάκε — ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ, ΟΥΡΑΝΙΑ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤῸ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «Αν
[Τὸ ἐλάχιστον τοῦτο πόνηµα, σχετικὸν
μὲ τὴν μητρότητα, τὴν γεννητικότητα ἢ ὑ-
πογεννητικότητα τῶν "Ἑλληνίδων, τὰ κά-
γκελλα καὶ τὰ ἄλλα συμπαρομαρτοῦντα, ᾱ-
φιεροῦται τιμῆς ἕνεκεν εἰς τὸ ᾿Ανώτατον
Πνευματικὸν Ἵδρυμα τῆς χώρας, τὴν ᾿Α-
καδηµίαν, ἐκείνην μὲ τὰ παράσημα καὶ τὰ
βραβεῖα, διὰ τὸ ἀμέριστον ἐνδιαφέρον τὸ ὁ-
ποῖον ἐπεδείξατο τὸ τοιοῦτον πρὸς τὴν
“Ἑλληνίδα μητέρα καὶ τὰ προβλήματα αὐ-
τῆς γενικώτερον. "Ας εἶναι ἐλαφρὸ τὸ χῶ-
μα ποὺ τὸ σκεπάζει]:
Σ᾿ ἐκεῖνο τὸ σχολεῖο πιὰ μὲ ἤξεραν καὶ
οἱ πέτρες καὶ τ᾽ ἀγκωνάρια καὶ τὰ κάγκελ-
λα. ᾿Ιδίως τὰ κάγκελλα.
᾿Οκτὼ ἡ ὥρα τὸ προὶ μ᾽ εὕρισκε ἔξω ἀ-
πὸ τὰ κάγκελλα, μέχρι ποὺ νὰ μποῦν στὶς
τάξεις τὰ παιδιά, καὶ εὐθεῖα γραμμὴ μετὰ
σ᾽ ἕνα σπίτι ἀνεμόμυλο, γιὰ νὰ κάθομαι.
Καὶ δόστου κουβέντα μὲ τὶς ἄλλες ἔξυ-
πνες γιὰ τὰ προβλήματα τῶν παιδιῶν, ἐγώ,
τὸ ἐξωγήινο πλάσμα, ἡ Παναγιὰ ἡ Γλυκο-
φιλοῦσα, ποὺ τὸ μεσημέρι, νᾶμαι, πάλι ἔξω
ἀπὸ τὰ κάγκελλα, νὰ περιμένω νὰ χτυπήσει
τὸ κουδούνι.
Μέσ᾽ ἀπ᾽ τὰ κάγκελλα ἅπλωνα τὸ χέρι
νὰ πασσάρω τὰ σάντουϊτς καὶ στὴ συνέχεια
νὰ τὸ χώσω στὴν πλάτη τους, γιὰ νὰ δῶ, μή-
πὼς ἧσαν ἱδρωμένα.
Καρδιὰ δὲν εἶχα. Μοῦ τὴν εἶχε ξερρι-
ζώσει τὸ προαύλιο, ποὺ ἦταν ὁ ὀμφαλὸς
τῆς γῆς κι εἶχε ἕνα λῶρο μακρυνάρι σὰν ὑ-
περφυσικὸ πλοκάμι χταποδιοῦ’ τυλιγόταν
μὲ τέτοια μαεστρία καὶ τέτοια μανία γύρω
στὸ λαιμό μου, ὥστε ἐγὼ τότε, εἰλικρινὰ
μετανιωμένη, ζητοῦσα ταπεινὰ συγγνώμη
καὶ ὕστερα ἔνιωθα σὰ χαλασμένο τρανζι-
στοράκι πεταμένο στὰ σκουπίδια. ᾿Αλλὰ ἤ-
μουν ἦθος ἐγώ. Δὲ γνώριζα ἄλλο δρόμο ἔξω
ἀπὸ τὸ σπίτι στὸ σχολείο καὶ ἀπὸ τὸ σχο-
λεῖο στὸ σπίτι. Σὰν τὸ Γρηγόριο τὸ Να-
ζιανζηνό. Γυναῖκα ἀπολίθωμα.
᾿Απὸ τὴν πρώτη μέρα τῆς πρώτης τά-
ἔης ἄρχιζα μ᾽ ἕνα ἡρωικὸ Σωθινὸ ἀπὸ
γκρίνιες καὶ κλάματα, μ᾽ ἔστηναν γιὰ εἴ-
κοσι μέρες μέσ᾽ ἀπὸ τὰ κάγκελλα ὀκτὼ μὲ
δώδεκα, καὶ στὴ συνέχεια ἔπαιρνα τὸ δρό-
μο γιὰ τὴν ἀποκαθήλωση. “ὥσπου ἔφθανε
ΟΥΡΑΝΙΑ ΠΡΙΓΚΟΥΡΗ
Μπάτε Ῥανάκε
ἡ ἐσχάτη τῶν ἡμερῶν καὶ ἡ ἐσχάτη τῶν
ποινῶν, ποὺ ἔδιναν στὸ πανεπιστήμιο, καὶ
μ᾽ εὕρισκε πάλι, ἔξω ὅμως ἀπὸ τὰ κάγκελ-
λα, νὰ δαγκώνω τὴ γλῶσσα µου, γιὰ νὰ μὴ
µπήξω φωνή. "Οπως στὴ γέννα. ᾿Ισόβια.
Μιὰ ἔξω, μιὰ µέσα. Κανονικὸ πετάλωμα.
Τὶς χρονιὲς ποὺ τὰ εἶχα μισὰ τὸ πρωὶ
καὶ μισὰ τ᾿ ἀπόγευμα, ἐκεῖ νὰ δεῖς ἀνεμο-
δούρα, ἐκεῖ νὰ δεῖς θάλασσα. Σὰ νὰ κάνεις
ἀκτοπλοϊκή, µπρός-πίσω, στὸ ᾿ Ακρωτήρι
Χόρν. Στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα. Καὶ ὧρες-ᾧ-
ρες ἕν᾽ ἀπὸ τὰ κάγκελλα, τὸ πιὸ µοχθηρό,
μοῦ περνοῦσε ἕνα τσιγκέλι στὸν οὐρανίσκο
καί, γιὰ νὰ κάνει χάζι, μιὰ τὸ ἄφηνε λάσκα,
κι ἐγὼ ὅπου φύγει-φύγει, μιὰ τὸ τραβοῦσε ἀ-
πότοµα ἔτσι, γιὰ νὰ μὲ βλέπει νὰ σπαρταρ-
άω καὶ τὰ ξεκαρδίζεται στὰ γέλια.
Και σὰ θυμᾶμαι ἐκείνη τὴ χρονιά, ποὺ ἔ-
φυγε ὁ παλιὸς ὁ δάσκαλος καὶ ἦρθε και-
νούργιος, μὲ πιάνει κάτι σὰ φούσκωση καὶ
μοὔρχεται νὰ βγῶ νὰ κρεµάσω τὴ σημαία
στὴν πιὸ ψηλἠ κεραία τοῦ Λεκανοπεδίου
᾿Αττικῆς καὶ νὰ φωνάξω «Ζήτω ἡ 'Ελλὰς».
Ὃ παλιὸς εἶχε τὸν Κωστῆ µου τρία
χρόνια, καὶ τὸ παιδάκι θάχε μείνει στουρνά-
ρι μπαμπανᾶτο, ἂν δὲν ἔπεφτα πάνω-κατα-
πάνω νὰ τοῦ βγάνω καὶ νὰ μοῦ βγάνει τὴν
πίστη. πότε μὲ τὸ «ἡ γυνή, τῆς γυναικός»,
πότε μὲ τὸ «ἡ γυναίκα, τῆς γυναίκας». “-
πῆρχαν βέβαια καὶ τὰ ἀνάλογα καὶ τὰ δυ-
σανάλογα ποσά, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ τὸ φχαρι-
στιόµουνα ἦταν, ὅταν ἀντιστρέφαμε τοὺς ὅ-
ρους κι, ἀντὶ νὰ διαιροῦμε, πολλαπλασιά-
ζαμε. ᾿Εκεῖ ἤμουν στὸ στοιχεῖο µου. Καὶ
τόµαθε τόσο καλὰ αὐτὸ τὸ μάθημα ὁ Κω-
στάκης, ποὺ σὰν ἦρθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρό-
νου κι ἕνα Σάββατο βράδυ, μιὰ Κυριακὴ
πρωί, μοῦ προέκυψε Μινώταυρος, μ᾽ ἔβαζε
νὰ κάνω σοῦζες τ᾿ ἀνάποδα, μὲ τὸ κεφάλι
κάτω καὶ τὰ πόδια τὸν ἀνήφορο. Γιατὶ εἶχα
διαβάσει σὲ κάτι σπουδαῖα βιβλία, πώς, γιὰ
νὰ γίνει ὁ Κωστάκης µου ἄντρας τρομερὸς
τῶν ἀπίστων ἐχθρός, ἐγὼ (ἂχ αὐτὸ τὸ ἐγώ
μου!) ἔπρεπε νὰ στραβωθῶ, νὰ μουγκαθῶῷ
καὶ νὰ κάνω σοῦζες ἀνάποδα.
Μίλησα μὲ τὸ σύζυγό µου γιὰ τὸ πρό-
βληµα τοῦ παιδιοῦ - - «ἄ!» εἶπε αὐτός, καὶ
γιὰ νὰ τὸν ξεφορτωθεῖ, ἔσπευσε νὰ τοῦ ἀ-