ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
103ΙΟΥΛΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Μίμησις και Τέχνη — ΖΟΥΜΠΟΣ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
Α.Ν. ΖΟΥΜΠΟΣ
(ἀμ. ̓Ακαδημίας ̓Αθηνῶν)
«Μίμησις» καὶ Τέχνη
Ἢ
ἔννοια τῆς μιμήσεως ἔχει διαρχικὸν χαρακτῆρα καὶ ἐκφράζει τὴν
σχέσιν δύο παραγόντων, τοῦ ὑποκειμένου καὶ τοῦ ἀντικειμένου: τὸ ὑποκείμενον
«ἔρχεται» πρὸς τὸ ἀντικείμενον, ὅπως ἀκριβῶς τὸ φαινόμενον
τείνει νὰ ὁμοιωθῆ πρὸς τὸ ἰδεατόν του διὰ τῆς μιμήσεως ̓ ἡ ἔννοια τῆς
τέχνης ἔχει κι αὐτὴ τὸν χαρακτῆρα τῆς μιμήσεως: ἡ ἔκφρασις τοῦ Σενέκα,
ὅτι “ὉΠΊΠ5 8Γ5 ΠΒΙΙΓΕ ΙΠΙΙΙΑΙΙΟ 65”, δηλώνει, ὅτι κάθε τέχνη εἶναι ἡ
ἀπομίμησις τῆς φύσεως (πρβ. καὶ ̓Αριστοτ. Ποιητικὴ 1, 1447 ἃ 9).
Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσθέση, ὅτι ἡ Φύσις παρουσιάζει τὴν ἔννοιαν
τοῦ ἰδεατοῦ, τῆς ὁποίας ὅμως ἡ ἀπεικόνισις τελεῖται διὰ τῆς τέχνης'
ὁ ὁρισμὸς τῆς τέχνης κατὰ τὸν ἽΕγελον, ὅτι «τέχνη εἶναι ἡ παράστασις
τῆς ἰδέας διὰ τεχνητῶν μέσων», ἐκφράζει καὶ πιστοποιεῖ τὴν
διαρχίαν μεταξὺ νοήσεως καὶ αἰσθήσεως' θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀκόμη νὰ
παρατηρήση, ὅτι τὸ «αἰσθητὸν κατασκεύασμα» δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ
νοητὸν τοιοῦτον: καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὴν «μεταφορὰν» ἐκ τοῦ νοητοῦ
εἰς τὸν αἰσθητὸν χῶρον ὁ καλλιτέχνης θὰ προσθέση, εἴτε ἄθελά του εἴτε
θεληματικά, τὸ ἀτομικό του «ἐγὼ» στὸ ἔργο του, κι ἔτσι ἡ μίμησις θὰ ἔχη
τὸν χαρακτῆρα τῆς «ἀπομιμήσεως»' εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς μιμήσεως
δὲν μπορεῖ νὰ ἐνυπάρχη ἡ ἔννοια τῆς ταυτότητος! τὸ ὑποκείμενον μιμεῖται
τὸ ἀντικείμενον, χωρὶς ὅμως νὰ ταυτίζεται πρὸς αὐτό: αἰτία τούτου
εἶναι ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος’ ὁ καλλιτέχνης ἔχει πάντοτε
τὴν εὐαισθησία, ὅτι τὸ ἔργο του δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ ὑπὸ κρίσιν
ἀντικείμενον' ἡ μίμησις δὲν ἀποτελεῖ τὴν ποθητὴν δι ̓ αὐτὸν ταυτότητα’
ἡ μίμησις ἔχει γνωστικὰ τὸν χαρακτῆρα τῆς «κριτικῆς πραγματοκρατίας»,
ποὺ ἐλπίζει προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ ταυτισθῆ ἀντικείμενον
καὶ ὑποκείμενον, ὥστε ἡ μίμησις νὰ ἀποτελέση πραγματικὴ ταυτότητα,
πρᾶγμα ποὺ ἴσως ποτὲ δὲν θὰ μπορέση νὰ συμβῆ, πάντως ὅμως θὰ ἀποτελῆ
τὸν εὐσεβῆ πόθον τοῦ ὑποκειμένου’ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῆ,
ὅτι στὰ διάφορα ρεύματα τῆς τέχνης «παραβιάζεται», εἴτε ἀκούσια
εἴτε ἑκούσια, ἡ ἔννοια τῆς μιμήσεως, διότι τὸ ἀτομικὸ «ἐγὼ» τοῦ ὑποκειμένου
ἐκφράζει τὶς προσωπικές του πάντα «ἐκφράσεις»: ἔτσι τὸ ἀντικείμενον
«ἔρχεται» τελείως διαφορετικὰ στὸ ὑποκείμενον καὶ κατ ̓ αὖτὸν
τὸν τρόπον ἡ μίμησις παραποιεῖται.
Γενικὰ ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς μιμήσεως ἔρχεται πρὸς τὸ ἰδεατὸν διὰ
τῆς τέχνης, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς πάλι διὰ τῆς τέχνης ἡ ἔννοια τοῦ ἰδεατοῦ
ἐκφράζεται προσωπικά, ὥστε ἡ ἔννοια τῆς μιμήσεως νὰ παραποιῆται
τελείως.