ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

103ΙΟΥΛΙΟΣ 1990

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5960 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
55 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Μίμησις και Τέχνη — ΖΟΥΜΠΟΣ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 5960 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 103

Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση

Α.Ν. ΖΟΥΜΠΟΣ (ἀμ. ᾿Ακαδηµίας ᾿Αθηνῶν) «Μίμησις» καὶ Τέχνη Ἢ ἔννοια τῆς μιμήσεως ἔχει διαρχικὸν χαρακτῆρα καὶ ἐκφράζει τὴν σχέσιν δύο παραγόντων, τοῦ ὑποκειμένου καὶ τοῦ ἀντικειμένου: τὸ ὑπο- κείμενον «ἔρχεται» πρὸς τὸ ἀντικείμενον, ὅπως ἀκριβῶς τὸ φαινόμενον τείνει νὰ ὁμοιωθῆ πρὸς τὸ ἰδεατόν του διὰ τῆς μιμήσεως᾽ ἡ ἔννοια τῆς τέχνης ἔχει κι αὐτὴ τὸν χαρακτῆρα τῆς μιμήσεως: ἡ ἔκφρασις τοῦ Σενέ- κα, ὅτι “ὉΠΊΠ5 8Γ5 ΠΒΙΙΓΕ ΙΠΙΙΙΑΙΙΟ 65”, δηλώνει, ὅτι κάθε τέχνη εἶναι ἡ ἀπομίμησις τῆς φύσεως (πρβ. καὶ ᾿Αριστοτ. Ποιητικὴ 1, 1447 ἃ 9). Θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσθέση, ὅτι ἡ Φύσις παρουσιάζει τὴν ἔν- νοιαν τοῦ ἰδεατοῦ, τῆς ὁποίας ὅμως ἡ ἀπεικόνισις τελεῖται διὰ τῆς τέ- χνης' ὁ ὁρισμὸς τῆς τέχνης κατὰ τὸν ἽΕγελον, ὅτι «τέχνη εἶναι ἡ παρά- στασις τῆς ἰδέας διὰ τεχνητῶν µέσων», ἐκφράζει καὶ πιστοποιεῖ τὴν διαρχίαν μεταξὺ νοήσεως καὶ αἰσθήσεως' θὰ μποροῦσε κανεὶς ἀκόμη νὰ παρατηρήση, ὅτι τὸ «αἰσθητὸν κατασκεύασμα» δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ νοητὸν τοιοῦτον: καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὴν «μεταφορὰν» ἐκ τοῦ νοητοῦ εἰς τὸν αἰσθητὸν χῶρον ὁ καλλιτέχνης θὰ προσθέση, εἴτε ἄθελά του εἴτε θεληµατικά, τὸ ἀτομικό του «ἐγὼ» στὸ ἔργο του, κι ἔτσι ἡ μίμησις θὰ ἔ- χη τὸν χαρακτῆρα τῆς «ἀπομιμήσεως»' εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς μιμήσεως δὲν μπορεῖ νὰ ἐνυπάρχη ἡ ἔννοια τῆς ταυτότητος! τὸ ὑποκείμενον μιμεῖ- ται τὸ ἀντικείμενον, χωρὶς ὅμως νὰ ταυτίζεται πρὸς αὐτό: αἰτία τούτου εἶναι ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου παράγοντος’ ὁ καλλιτέχνης ἔχει πά- ντοτε τὴν εὐαισθησία, ὅτι τὸ ἔργο του δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ ὑπὸ κρί- σιν ἀντικείμενον' ἡ μίμησις δὲν ἀποτελεῖ τὴν ποθητὴν δι᾽ αὐτὸν ταυτό- τητα’ ἡ μίμησις ἔχει γνωστικὰ τὸν χαρακτῆρα τῆς «κριτικῆς πραγματο- κρατίας», ποὺ ἐλπίζει προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ ταυτισθῆ ἀντικείμενον καὶ ὑποκείμενον, ὥστε ἡ μίμησις νὰ ἀποτελέση πραγματικὴ ταυτότητα, πρᾶγμα ποὺ ἴσως ποτὲ δὲν θὰ μπορέση νὰ συμβῆ, πάντως ὅμως θὰ ἀπο- τελῆ τὸν εὐσεβῆ πόθον τοῦ ὑποκειμένου’ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ ἰσχυ- ρισθῆ, ὅτι στὰ διάφορα ρεύματα τῆς τέχνης «παραβιάζεται», εἴτε ἀκού- σια εἴτε ἑκούσια, ἡ ἔννοια τῆς μιμήσεως, διότι τὸ ἀτομικὸ «ἐγὼ» τοῦ ὑ- ποκειμένου ἐκφράζει τὶς προσωπικές του πάντα «ἐκφράσεις»: ἔτσι τὸ ἀ- ντικείμενον «ἔρχεται» τελείως διαφορετικὰ στὸ ὑποκείμενον καὶ κατ᾽ αὖ- τὸν τὸν τρόπον ἡ μίμησις παραποιεῖται. Γενικὰ ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς μιμήσεως ἔρχεται πρὸς τὸ ἰδεατὸν διὰ τῆς τέχνης, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς πάλι διὰ τῆς τέχνης ἡ ἔννοια τοῦ ἰ- δεατοῦ ἐκφράζεται προσωπικά, ὥστε ἡ ἔννοια τῆς μιμήσεως νὰ παρα- ποιῆται τελείως.
← καθαρισμένο κείμενο