ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

103ΙΟΥΛΙΟΣ 1990

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 5962 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
57 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Hotel "Lauda" ή ο μίτος της Αριάδνης — ΗΛΙΑΝΟΣ, ΟΡΕΣΤΗΣ
    ἀρχή: σελ. 5962 συμπερασμένος · τέλος: ἄγνωστο · τχ. 103

Κείμενο φύλλου

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ . ΤΟΥ «ΑΔ» ΟΡΕΣΤΗΣ ΗΔΛΙΑΝΟΣ Ποίε! “δια ἢ ὁ μίτος τῆς ̓Αριάδνης Ἢ κυρὰ Μαρούλα τὸν εἶχε μάθει πιά. ταν τώρα τέσσερα χρόνια, ποὺ ἐρχόταν, τὴν ἴδια πάντα ἐποχή, νωρὶς τὴν ἄνοιξη, πρὶν νὰ γεμίσει τὸ νησὶ μὲ τὰ πολύχρωμα καὶ πολύβουα στίφη τῶν τουριστῶν καὶ χαθεῖ ἡ ἠρεμία ἀπὸ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Τὸ χωριουδάκι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χειμῶνα ξανανιωμένο, μ ̓ ὅλα τὰ σπίτια του, τοὺς τοίχους, τὰ δώματα, τὶς ροῦγες φρεσκοασπρισμένα' ἔλαμπε ἀπὸ μακρυὰ σὰ χιόνι, ἔτσι σκαλωμένο καθὼς ἦταν στὴν ἄρκη τοῦ γκρεμοῦ, διακόσια τόσα μέτρα πάνω ἀπ ̓ τὴ θάλασσα, ποὺ ἁπλωνόταν κάτω βαθυγάλανη, ἀρυτίδωτη. ̓Ερχόταν πάντα στὸ ἴδιο ξενοδοχεῖο --- ξενοδοχεῖο εἶναι μεγάλος λόγος ---, ἕνα σύμπλεγμα ἀπὸ ὑπόσκαφες, καμαρωτὲς παραδοσιακὲς καμαροῦλες ἦταν, ποὺ ὁ μπάρμπα -- Ἀριστόφορος, ὁ ἄντρας τῆς κυρὰ -- Μαρούλας, εἶχε ἀγοράσει ἐρείπιο, μετὰ ἀπ ̓ τοὺς σεισμούς, γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, καὶ ξαναχτίσει ἀπὸ τὴν ἀρχή. "Ἠταν ἐξ ἄλλου τὸ μόνο ἀπὸ τὰ ξενοδοχεῖα τοῦ χωριοῦ, ποὔμενε ἀνοιχτὸ ὅλο τὸ χρόνο. Ὅχι ὅτι ὑπῆρχε κανένα διάφορο νὰ μείνει κανείς ἀνοιχτὸς τὸ - καὶ ποιὸς δὰ ξένος θὰ ἐρχόχειμῶνα. ταν, καὶ νὰ κάνει τί; ὅταν ὁ ἀέρας ξερίζωνε ὅ,τι εἶχε προλάβει νὰ φυτρώσει τοὺς καλοκαιριάτικους μῆνες τῆς ἀπανεμιᾶς, καὶ ἡ ἁλισάχνη ἔτρωγε τοὺς βράχους καὶ τοὺς τοϊχους τῶν σπιτιῶν ὅμοια σὰν τὸ πετσὶ τῶν ἀνθρώπων. ̓Αλλὰ νά, οἱ δυὸ γέροι ἐδῶ μέναν, ἄλλο σπιτικὸ δὲν εἶχαν: σὰν τύχαινε νὰ ξεπέσει κανένας ταξιδιώτης, τὸν καλοδέχονταν, ἕνα πιᾶτο παραπάνω ἔβαζαν στὸ τραπέζι, αὐτὸ ἦταν ὅλο. κ κ Χ "Ἔπιανε πάντα μιὰ καμαρούλα ἆπὸ τὶς πάνω-πάνω' μικρή, τόση δά, ἴ- σα-ἴσα χῶρος γιὰ ἕνα κρεββάτι, μιὰ ντουλάπα, ἕνα τραπέζι, μιὰ καρέκλα. ̓Αλλὰ τὶς περισσότερες ὧρες τὶς περνοῦσε ἔξω, στὸ δῶμα, κάτω ἀπὸ τὴν τέντα, ρεμβάζοντας. ̓Εκεῖ, δεσπόζοντας στὴ θάλασσα, ἄφηνε τὴ ματιά του νὰ πλανηθεῖ ἀνεμπόδιστα πάνω στὴ λεία ἐπιφάνειά της, καὶ ἡ γαλήνη τὸν κυρίευε. Μὰ δὲν ἦταν μόνο γι ̓ αὐτό. γιὰ νὰ γαληνέψει, ποὺ ἐρχόταν κάθε χρόνο στὸ νησί. Μήτε ἦταν σκέψεις ρομαντικές, ποὺ γεννοῦσε στὸ μυαλό του ἡ γαλανόλευκη φαντασμαγορία ποὺ ἐκτεινόταν κάτω ἀπ ̓ τὰ πόδια του ὡς ἐκεῖ ποὺ ἔφτανε τὸ μάτι. Περίεργα πράγματα συνέβαιναν μέσα του’ ἡ σκέψη του ἀκολουθοῦσε ἀσυνήθιστα μονοπάτια: ἀναπάντεχες εἰκόνες ἔπαιρναν μορφὴ καὶ πλημμύριζαν μεμιᾶς τὶς φρένες του. Σκηνὲς εἰδυλλιακὲς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ ἀνθρώπων, ποὺ εἶχε χαθεῖ ὡς καὶ ἡ θύμησή τους. Ἔβλεπε τὶς μακρυμαλλοῦσες, κομψευόμενες ἀστὲς νὰ περιδιαβαίνουν μὲ τὸ νωχελικὸ τους βάδισμα στοὺς δρόμους τῆς πολιτείας’ πιὸ κάτω, μέσα στὸ ναό, μιὰ νεαρὴ ἱέρεια μ ̓ ἕνα γαλανὸ σκοῦφο καὶ τὸ ὁμοίωμα ἑνὸς φιδιοῦ στὸ κεφάλι λιάνιζε εὖλαβικἁ τὸ ξόανο κάποιου θεοῦ’ στὸ γυμναστήριο δύο νέοι μελαμψοὶ πυγμάχοι ἀλληλογρονθοκοποῦνταν' πέρα στὴν ἀκρογιαλιὰ ἕνας ψαρᾶς ἔβγαινε ἀπ ̓ τὴ βάρκα του κουβαλῶντας στὰ δυό του χέρια πλούσια ψαριά: ἐνῶ πιὸ πάνω, στοὺς ἀγρούς, οἱ χωρικοὶ ὄργωναν τὰ χωράφια τους' τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἕνας στολίσκος ἀπὸ κομψὰ μακρουλὰ πλεούμενα ἄφηνε τὸ λιμάνι κ ̓ ἔπαιρνε στροφὴ κατὰ τὸ νοτιᾶ, γιὰ τὴν Κρήτη μᾶλλον. Μὲς στὸ μυαλό του οἱ σκηνὲς ἐ-
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →