ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
103ΙΟΥΛΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Hotel "Lauda" ή ο μίτος της Αριάδνης — ΗΛΙΑΝΟΣ, ΟΡΕΣΤΗΣ
Πρωτογενές κείμενο, χωρίς καμία ἐπέμβαση
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ «ΑΔ»
ΟΡΕΣΤΗΣ ΗΔΛΙΑΝΟΣ
Ποίε! “δια ἢ ὁ µίτος τῆς ᾿Αριάδνης
Ἢ κυρὰ Μαρούλα τὸν εἶχε μάθει
πιά. ταν τώρα τέσσερα χρόνια, ποὺ
ἐρχόταν, τὴν ἴδια πάντα ἐποχή, νωρὶς
τὴν ἄνοιξη, πρὶν νὰ γεμίσει τὸ νησὶ μὲ
τὰ πολύχρωμα καὶ πολύβουα στίφη
τῶν τουριστῶν καὶ χαθεῖ ἡ ἠρεμία ἀπὸ
τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Τὸ χωριουδάκι ἔβγαινε ἀπὸ τὸ χει-
μῶνα ξανανιωμένο, μ᾽ ὅλα τὰ σπίτια
του, τοὺς τοίχους, τὰ δώματα, τὶς ροῦ-
γες φρεσκοασπρισμένα' ἔλαμπε ἀπὸ
μακρυὰ σὰ χιόνι, ἔτσι σκαλωμένο κα-
θὼς ἦταν στὴν ἄρκη τοῦ γκρεμοῦ, δια-
κόσια τόσα μέτρα πάνω ἀπ᾽ τὴ θάλασ-
σα, ποὺ ἁπλωνόταν κάτω βαθυγάλανη,
ἀρυτίδωτη.
᾿Ερχόταν πάντα στὸ ἴδιο ξενοδο-
χεῖο --- ξενοδοχεῖο εἶναι μεγάλος λό-
γος ---, ἕνα σύμπλεγμα ἀπὸ ὑπόσκαφες,
καμαρωτὲς παραδοσιακὲς καμαροῦλες
ἦταν, ποὺ ὁ μπάρμπα -- Ἀριστόφορος,
ὁ ἄντρας τῆς κυρὰ -- Μαρούλας, εἶχε
ἀγοράσει ἐρείπιο, μετὰ ἀπ᾿ τοὺς σει-
σμούς, γιὰ ἕνα κομμάτι ψωμί, καὶ ξα-
ναχτίσει ἀπὸ τὴν ἀρχή.
"Ἠταν ἐξ ἄλλου τὸ μόνο ἀπὸ τὰ ξε-
νοδοχεῖα τοῦ χωριοῦ, ποὔμενε ἀνοιχτὸ
ὅλο τὸ χρόνο. Ὅχι ὅτι ὑπῆρχε κανένα
διάφορο νὰ μείνει κανείς ἀνοιχτὸς τὸ
χειμῶνα. - καὶ ποιὸς δὰ ξένος θὰ ἐρχό-
ταν, καὶ νὰ κάνει τί; ὅταν ὁ ἀέρας ξε-
ρίζωνε ὅ,τι εἶχε προλάβει νὰ φυτρώσει
τοὺς καλοκαιριάτικους μῆνες τῆς ἀπα-
νεμιᾶς, καὶ ἡ ἁλισάχνη ἔτρωγε τοὺς
βράχους καὶ τοὺς τοϊχους τῶν σπιτιῶν
ὅμοια σὰν τὸ πετσὶ τῶν ἀνθρώπων.
᾿Αλλὰ νά, οἱ δυὸ γέροι ἐδῶ μέναν, ἄλ-
λο σπιτικὸ δὲν εἶχαν: σὰν τύχαινε νὰ
ξεπέσει κανένας ταξιδιώτης, τὸν καλο-
δέχονταν, ἕνα πιᾶτο παραπάνω ἔβαζαν
στὸ τραπέζι, αὐτὸ ἦταν ὅλο.
κ κ Χ
"Ἔπιανε πάντα μιὰ καμαρούλα ἆ-
πὸ τὶς πάνω-πάνω' µικρή, τόση δά, ἴ-
σα-ἴσα χῶρος γιὰ ἕνα κρεββάτι, μιὰ
ντουλάπα, ἕνα τραπέζι, μιὰ καρέκλα.
᾿Αλλὰ τὶς περισσότερες ὧρες τὶς
περνοῦσε ἔξω, στὸ δῶμα, κάτω ἀπὸ
τὴν τέντα, ρεμβάζοντας. ᾿Εκεῖ, δεσπό-
ζοντας στὴ θάλασσα, ἄφηνε τὴ ματιά
του νὰ πλανηθεῖ ἀνεμπόδιστα πάνω
στὴ λεία ἐπιφάνειά της, καὶ ἡ γαλή-
νη τὸν κυρίευε.
Μὰ δὲν ἦταν µόνο γι᾿ αὐτό. γιὰ
νὰ γαληνέψει, ποὺ ἐρχόταν κάθε χρό-
νο στὸ νησί. Μήτε ἦταν σκέψεις ρο-
µαντικές, ποὺ γεννοῦσε στὸ μυαλό
του ἡ γαλανόλευκη φαντασμαγορία
ποὺ ἐκτεινόταν κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια
του ὡς ἐκεῖ ποὺ ἔφτανε τὸ μάτι. Πε-
ρίεργα πράγματα συνέβαιναν μέσα
του’ ἡ σκέψη του ἀκολουθοῦσε ἀσυ-
νήθιστα μονοπάτια: ἀναπάντεχες εἰ-
κόνες ἔπαιρναν μορφὴ καὶ πλημμύρι-
ζαν μεμιᾶς τὶς φρένες του. Σκηνὲς εἰ-
δυλλιακὲς ἀπὸ τὴν καθημερινὴ ζωὴ
ἀνθρώπων, ποὺ εἶχε χαθεῖ ὡς καὶ ἡ θύ-
μησή τους. Ἔβλεπε τὶς μακρυμαλλοῦ-
σες, κομψευόµενες ἀστὲς νὰ περιδια-
βαίνουν μὲ τὸ νωχελικὸ τους βάδισμα
στοὺς δρόμους τῆς πολιτείας’ πιὸ κά-
τω, µέσα στὸ ναό, μιὰ νεαρὴ ἱέρεια
μ᾽ ἕνα γαλανὸ σκοῦφο καὶ τὸ ὁμοίω-
μα ἑνὸς φιδιοῦ στὸ κεφάλι λιάνιζε εὖ-
λαβικἁ τὸ ξόανο κάποιου θεοῦ’ στὸ
γυμναστήριο δύο νέοι μελαμψοὶ πυγ-
µάχοι ἀλληλογρονθοκοποῦνταν' πέ-
ρα στὴν ἀκρογιαλιὰ ἕνας ψαρᾶς ἔ-
βγαινε ἀπ᾿ τὴ βάρκα του κουβαλῶ-
ντας στὰ δυό του χέρια πλούσια ψα-
ριά: ἐνῶ πιὸ πάνω, στοὺς ἀγρούς, οἱ
χωρικοὶ ὄργωναν τὰ χωράφια τους'
τὴν ἴδια στιγμὴ ποὺ ἕνας στολίσκος
ἀπὸ κομψὰ μακρουλὰ πλεούμενα ἄ-
φηνε τὸ λιμάνι κ᾿ ἔπαιρνε στροφὴ
κατὰ τὸ νοτιᾶ, γιὰ τὴν Κρήτη μᾶλ-
λον.
Μὲς στὸ μυαλό του οἱ σκηνὲς ἐ-