ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
106ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 1990
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Ο πρακτκός Λόγος ως "κανονίζουσα Αρχή" — ΖΟΥΜΠΟΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
Κείμενο φύλλου
Α. Ν. ΖΟΥΜΠΙΟΣ
(ἀ. μ. ̓Ακαδημίας ̓Αθηνῶν)
Ὃ Πρακτικὸς Λόγος ὡς «κανονίζουσα ̓Αρχὴ»
Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατά τήν καντιανὴ θεώρησι ὁ Πρακτικὸς Λόγος
«συμπληρώνευ τὸν θεωρητικόν, ὅταν ὁ τελευταῖος, ἐλλείψει «τοῦ ὑλικοῦ
τῶν αἰσθήσεων», δέν μπορῆ νὰ λειτουργήση. Στὴ συνέχεια ὅμως ὁ Πρακτικὸς
Λόγος, γιὰ τὴ σύλληψι ὑπερ-ἐμπειρικῶν ἐννοιῶν, ἀναπτύσσει τὴν
ἔννοια τῆς πίστεως κι ̓ ἔτσι διὰ τῆς πιστιοκρατίας (Εἰάείσπιας) δημιουργεῖ
τὰ γνωστὰ σ ̓ ὅλους μας Αἰτήματα (ΡῬοἱίμ]α!)' ἑπομένως τά Αἰτήματα δὲν
εἶναι προϊόντα τῆς γνώσεως, ἀλλὰ τῆς πίστεως ἀλλὰ αὐτὰ τὰ Αἰτήματα σὲ
πολλές περιπτώσεις μποροῦν νὰ γίνουν κίνητρα γιὰ τὸν θεωρητικὸν νοῦν,
πού, πάνω σ ̓ αὐτὰ ἱστάμενος, νὰ προβάλη νέες θεωρίες γιὰ διάφορα πράγματα,
τῶν ὁποίων ἡ γνῶσις θὰ εἶναι ἀπόρροια τώρα τοῦ Νοῦ καί ὄχι τῆς
πίστεως.
̓Εάν πάρω ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὸ Αἴτημα «περί ὑπάρξεως τοῦ Θείου»,
τοῦτο τὸ Αἴτημα θὰ κινήση καὶ θὰ μεταβάλη τὸν πρακτικὸν νοῦν εἰς θεωρητικόν,
ὥστε αὐτός νὰ μπορέση προϊόντος τοῦ χρόνου νὰ βρῆ τὴν ἀρχικὴν
λ.χ. περὶ «κατασκευῆς τοῦ κόσμου» Αἰτίαν' ἔτσι ὁ ἐν ἀκινησίᾳ «Πρακτικὸς
Λόγος» μὲ κατάλληλη νοητική ἐπεξεργασία, πρὸς εὕρεσιν τῆς παραπάνω
Αἰτίας, ἀποβαίνει «Λόγος Θεωρητικός». Ἔπειτα ὁ νοῦς πρέπει νά
ἔχη κάποια πρότασι, ἡ ὁποία κατ ̓ ἀνάγκην πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἀρχῆς παραδεκτὴ
ἀπ ̓ αὐτόν, ὥστε νὰ χρησιμεύση γι ̓ αὐτὸν ὡς «κανονίζουσα ̓Αρχὴ»
(Ρτιηζὶρ τερι]|α!ί1ν), ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ Καπί, γιὰ περαιτέρω συμπεράσματα,
τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ ὠφελήσουν τώρα ὄχι τὴν ἠθικήν, ἀλλὰ ἀντίθετα αὐὖτὴν
ταύτην τὴν περὶ κόσμου θεωρία.
̓Αλλὰ θὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ προσθέσῃ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ παρά πάνω
Αἰτήματος χρησιμοποιεῖ «ἔμμεσον ἤ πλαγίαν ἤ ἀπαγωγικὴν ἀπόδειξιν»
(ἀεπιοκίγαιο ἱπαϊγεοία 5ῖνε αραρορἰς8) γιὰ τὴν ἀπόδειξί του’ τὸ μνημονευθὲν
Αἴτημα (περὶ ὑπάρξεως τοῦ Θείου) μπορεῖ νὰ ληφθῆ σὰν θέσις: ἡ δὲ ἀντίθεσις
θὰ δείξη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι δηλ. δὲν ὑφίσταται ἡ παραπάνω
ὕπαρξις, ἐλλείψει, κατὰ τὴν καντιανὴν θεώρησιν, τῶν ἐμπειρικῶν στοιχείων.
̓Αλλὰ ἡ ἀνωτέρω ὕπαρξις ἐπιβάλλεται ἀναγκαστικὰ καί μόλιστα γιὰ
ἠθικοὺς κυρίως λόγους, κι ̓ ἔτσι δεικνύεται τὸ ψεῦδος καί τὸ μὴ ὐληθὲς
τῆς ἀντιθέσεως καὶ κατ ̓ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνισχύεται τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀλήθεια
τῆς θέσεως' βέβαια ὅλα αὐτὰ δὲν συνθέτουν πλήρη ἐπιδοκιμασία, ὅπως
εἶναι ἡ ἀπόδειξις τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς (Πεάποίίο 44. αὈδιτάιπῃ)'
παρ ̓ ὅλα ὅμως αὐτὰ ὁ νοῦς μας υἱοθετεῖ πολλὲς φορὲς τέτοιες παραδόξους
λύσεις, ὅταν ἡ εὕρεσι τῆς ἀλήθειας ἀμέσως δὲν ἐπιτυγχάνεται.