ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
110ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Το ξερονήσι η Πάτμοσ — ΜΑΞΙΜΟΥ, ΠΗΝΕΛΟΠΗ
Κείμενο φύλλου
ΤΟ ΑΝΕΚΑΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
ο ΤΟΥ «ἂν
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΜΑΞΙΜΟΥ
Τὸ ξερονήσι ἡ Πάτμος
Χρόνια δύσκολα αὐτὰ ἐδῶ γιὰ τὴ
Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία. Οἱ Σελτζουκίδες
Τοῦρκοι, ποὺ ἐμφανίσθηκαν στὰ
χρόνια τοῦ Κωνσταντίνου Θ ́ τοῦ Μονομάχου,
Ι042-Ι055, ὅλο καὶ προχωροῦσαν
στὴ Μικρὰ ̓Ασία.
Λαὸς ποιμενικός, οὔτε δρόμοι πιὰ
οὔτε ὑδραγωγεῖα, καταστροφή. Ἢ γῆ,
ἡ προσοδοφόρα, ἡ εὐλογημένη μικρασιατικὴ
γῆ, νεκρή, ὅσο αὐτοὶ προχῶροῦσαν.
Καὶ ὁλοένα ἔχανε ἡ Αὐτοκρατορία.
Τὸν σιτοβολῶνα της ἔχανε.
Τοὺς μαστούς της. Τὶς χῶρες ὅπου γεροὺς
μαχητές, ρωμαλέους στρατολογοῦσε.
Καὶ ἀναγκαζόταν ὅλο καὶ περισσότερο
νὰ καταφεύγει στοὺς μισθοφόρους:
Τούρκους,
̓Αλβανούς,
Ρώσοὺς, Βουλγάρους, Γερμανούς, Φράγκους.
Στὰ τέλη τοῦ ἐνδεκάτου αἰώνα, χρόνια
τοῦ ̓Αλεξίου Κομνηνοῦ, εἶχαν καταλάβει
οἱ Σελτζουκίδες ὅλη τὴ δυτικἡ
ἔκταση τῆς Μικρᾶς ̓Ασίας.
Χώματα πανάρχαια ἑλληνικὰ αὐτὰ
ἐδῶ!
Καὶ χάνονταν!
Οἱ Σελτζουκίδες ἔφθασαν στὸ ὅρος
Λάτμος. ̓Ὑψηλότατο καὶ ἀπόκρημνο.
Φαράγγια, γκρεμοί, σπήλαια. Σ ̓ ἕνα ἀπὸ
αὐτὰ εἶχε πάρει τὸν παροιμιώδη ὕπνο
του ὁ ̓Ενδυμίων. Γιὸς τοῦ Δία αὐὖτός!
Μὰ στὸ ὅρος Λάτμος μονὲς ὀνομαστὲς
ἤκμαζαν τώρα, φροντιστήρια θεολογικά,
ἡσυχαστήρια. ̓Εκεῖ ἐμόναζε
ὁ ὅσιος Χριστόδουλος. Καὶ ἀλαφιασμένοι
ἔφευγαν οἱ μοναχοί, καὶ ὁ καθένας
κάτι νὰ σώσει ἀπὸ τὰ τόσα κειμήλια --δισκοπότηρα,
μίτρες, εὐαγγέλια, ψαλτήρια
--- καὶ ἄλλοι μοναχοὶ αἰχμαλωτίσθηκαν,
καὶ ἄλλοι χάθηκαν, καὶ ἕφθασαν,
ὅσοι ἔφθασαν, στὴν παραλία,
καὶ ἕνα πλεούμενο τοὺς ἔφερε στὴν
κοντινὴ ξηρά. Στὸ νησὶ Κῶ. Τὸ κυριό-
τερο κειμήλιο τὸ εἶχαν σώσει. Τὴν κάρα
τοῦ ἁγίου Θωμᾶ, μὲ τὸ σκευοφυλάκιό
της.
Στὸ νησὶ Κῶ ἄρχισε ὁ ὅσιος νὰ
δρᾶ. Μὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ βρεθεῖ στὴν
Πάτμο.
Ξερονήσι ἡ Πάτμος. Αγονο. ”Ανυδρο.
̓Ακατοίκητο.
Μὰ ὄχι ἄγνωστο. Στὰ χρόνια μάλιστα
τοῦ Ρωμαίου Αὐτοκράτορα Δομιτιανοῦ,
81-96 μ.Χ., ἔμενε ἐξόριστος ὁ
μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ, ὁ
̓Ιωάννης ὁ
Θεολόγος. ̓Εκεῖ ἔγραψε τὴν ̓Αποκάλυψη.
Καὶ ὅπως ὁ ἴδιος ἀναφέρει,
«... ἐγενόμην ἐν πνεύματι ἐν τῇ
Κυριακῇ ἡμέρᾳ, καὶ ἤκουσα ὀπίσω
μου ὡς σάλπιγγος λεγούσης,
ὅ βλέπεις, γράψον εἰς βιβλίον».
̓Ακριβῶς λοιπόν, ἐπειδὴ τὸ νησί
καὶ ξεχασμένο ἦταν πιὰ καὶ σχεδὸν ἀκατοίκητο,
ἐδῷ εἶναι ποὺ θὰ μποροῦσαν
ἀπερίσπαστοι νὰ ἐγκατασταθοῦν
οἱ περὶ τὸν ὅσιο Χριστόδουλο καὶ αὖτὸς
ὁ ἴδιος, ὁλόψυχα νὰ ἀφοσιωθοῦν
στὰ θεῖα. Καὶ ζήτησε ὁ ὅσιος Χριστόδουλος
ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα ̓Αλέξιο
Κομνηνό, νὰ τοῦ τὸ παραχωρήσει.
Μὲ χρυσόβουλλο ποὺ ἐξεδόθη τὸν
̓Απρίλιο τοῦ [088 ἔγινε ἡ παραχώρηση,
«ὡς δῶρον ἀναφαίρετον καὶ ἐκκοπῆναι
τῇ Πάτμῳ δημόσια τέλη, ὅσα
καὶ οἷά εἰσιν».
Μὰ ξεσηκώθηκαν τότε στὴν Αὐτοκρατορία
κατὰ τοῦ ̓Αλεξίου Κομνηνοῦ
οἱ ἀντιφρονοῦντες.
Πῶς χαρίζει φόρους, ἀφοῦ τόση ἀνάγκη
εἶχε ἀπὸ χρήματα ἡ χώρα;
Κατήφορος στὴν οἰκονομία τῆς Αὐτοκρατορίας.
Οἱ πόλεμοι εἶχαν ἀλλάξει
τοὺς ἐμπορικοὺς δρόμους. Ἔτσι, οἱ
εἰσπράξεις ἀπὸ δασμοὺς γιὰ εἰσαγόμενα
καὶ ἐξαγόμενα ἐμπορεύματα εἶχαν
κατὰ πολὺ ἐλαττωθεῖ, δὲν ἦταν πιὰ ἡ