ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ
111ΜΑΡΤΙΟΣ 1991
Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο
- Οι Καθαροί — ΛΑΓΚΕ, ΕΡΣΗ
Κείμενο φύλλου
Διήγημα ΕΡΣΗ ΛΑΓΚΕ
Οἱ Καθαροὶ
ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ
. ΤΟΥ «ΑΔ»
́ ̓Η σπηλιὰ ἦταν ξαπλωτὴ σἂν κλεψύδρα,
σκύβαν, περνοῦσαν τὸ λαιμὸ τοῦ βράχου,
τὸν περνοῦσαν ἕρποντας κυνηγημένοι ἀπὸ
τὴν ἹἹερὴ ̓Εξέταση, φωτίζοντάς την μὲ
πυρσοὺς καὶ δαδιὰ καπνίζοντα.
Μαζευόταν γιὰ νὰ ρωτήσουν τὸ Δάσκαλο.
Ἔβγαινε κεῖνος πίσω ἀπὸ ρήγματα
βουνοῦ πλάι στὸ ὑπόγειο νερό, ὅπου ἀσκήτευε,
κόκκαλα μὲ ράσο, τὰ γένεια διχαλῶτά,
τὰ μάτια τυφλὰ ἀπ ̓ τὰ σκοτάδια, ἀνοιχτὰ
σ ̓ ἄλλα φῶτα ποὺ τὰ πυρπόλαγαν.
Γύρω του [5 ἄνδρες καὶ 2
-3 γυναῖκες.
Πασπάτευε ὁ γέρος, καθόταν στὸν σταλαγμίτινο
θρόνο του, τὸν ἰριδίζοντα χιλιάδες
χρώματα πέτρας π ̓ ἀντανακλοῦσε τὸ φῶς
τῶν πυρσῶν, ἐδῶ στὰ αἰώνια σκότη... ̓Εκεῖνος
δὲν τὸ ἤξερε.
Κάθησε, σήκωσε τὸ κεφάλι, τ ̓ ἀπλανῆ
τοῦ μάτια ἀντιμετώπισαν ἀτρεμούλιαστα
τὶς δᾶδες.
-- Κάποιος... εἶπε. Σβῆστε τὶς δᾶδες, μήπως
σᾶς λείψουν στὸ γυρισμό.
̓Αφῆσαν μία. Σκύψαν, ἤπιαν μὲ τὴ φούχτα
στὸν ὄχθο τοῦ ἀπύθμενου, αἰώνια μαύρου
νεροῦ, στὴν κοιλιὰ τοῦ βουνοῦ.
- Ὅλα τοῦ Κυρίου, εἶπ ̓ ὁ γέρος, κι ̓ ἡ
φωνή του πολλαπλασιάζονταν σὲ κρυστάλλους,
-- Κι ὁ Κύριος εἶν ̓ ἀγάπη.
Γαλήνη στὸν σχεδὸν ὁλοσκότεινο χῶρο,
τὸ γιγάντιο. Καθῆσαν στὰ πόδια του
κοντά-κοντά, νὰ νοιώθη ὁ ἕνας τὸ χνῶτο
τοῦ ἄλλου, σὲ μαλακώτατη ἄμμο γλίνας πάνω.
-- Δάσκαλε, ἐξήγησέ μας τὸ σύμβολο.
Τί εἶναι Θεός;
--Ἓνα ἀτέλειωτο φῶς. Τὸ Πᾶν καὶ τὸ
να ποὺ τιμοῦμε στ ̓ ὄνομα τοῦ Πατρὸς
καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ' Αγίου Πνεύματος...
-- Διηγήσου μας, Δάσκαλε. Πές μας γιὰ
τὸν Πατέρα.
--- Εἶναι τὸ τέλειο. 'Ο ἄγνωστος, ἀόρατος,
ἀδιανόητος, ἀσχήματος, ἀπέραντος, ᾱπεριόριστος,
ἀγέννητος, ἀμέτρητος, ἀπό-
λντος, ἄχραντος, ἀπέραστος, ἀξεχώριστος,
ἀναίτιος, ἄσωμος, ἀμετάκλητος, ἀδέκαστος
καὶ ἀδίκαστος, ἀνεξιχνίαστος, ἄναρχος, ᾱχρονος,
ἀθάνατος, ἀπρόσωπος, ἄσπιλος,
ἄυλος, ἅγιος, ἁγνός. "Ολα ἰδιότητες συλλαβικές,
γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ ̓ Ασύλλαβο,
ὅλες μὲ τὸ α τὸ στερητικό, γιατὶ δὲν εἷναι
τοῦ κόσμου τούτου κι ὅμως μέσα στὸν
κόσμο αὐτό. Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ ἐξηγήση
ὁ ἄνθρωπος τὸν ̓Ωκεανὸ περιορισμένος σ ̓
ἕνα παιδικὸ κουβαδάκι; Εἴχανε πεῖ οἱ ̓Απόστολοι
στὸ Χριστό, «Δεῖξε μας τὸν Πατέρα».
Καὶ κεῖνος ἀπάντησε: «Βλέπετε μένα».
Μόνο διὰ μέσου τοῦ Υἱοῦ μποροῦμε ἐμεῖς
οἱ ἄνθρωποι ν ̓ ἀντικρύσωμε τὸν Πατέρα.
Σ ̓ αὐτὴν τήν Υἱὸ-εἰκόνα, τοῦ ἀπρόσωπου.
Μὲ τὸ ἐνσχήματο, τὸ ἀσχήματο. Πατέρας
εἶν ̓ ὁ Θεὸς ὁ τυλιγμένος τὴν αἰωνιότητα.
Υἱὸς εἶν ̓ ὁ Θεὸς ὁ ὁρατὸς στὸ χρόνο.
--- Αλλά, Δάσκαλε, ἂν ὁ Θεὸς εἶν ̓ ἕνα
Πνεῦμα χωρὶς ὅρια, πρέπει νὰ εἶναι τέλεια
μοναδικός. Τότε ὁ Ὑἱός;
--- Ἔχει ἕναν Υἱό, εἶπε μαλακὰ ὁ γέρος,
γιατὶ εἶναι πατέρας, δὲ γίνετ ̓ ἀλλιῶς. 'Ο ὁποῖος
ὅμως, ὄντας ὁμοειδὴς καὶ αἰώνιος,
πρέπει νάναι κι αὐτὸς ἐκ τῶν πραγμάτων
μοναδικός, κατώτερος ὅμως ἀπ ̓ τὸν Πατέρα,
μιὰ καὶ εἶναι Υἱός. ̓Αναγνωρίζουμε
δύο ἀκόμα θεῖϊκὲς ἰδιότητες. ̓Ας ποῦμε δύο
ἐνεργοῦσες δυνάμεις δημιουργίας. ̓Απ ̓ αὐτὲς
ἡ δεύτερη εἶναι ἀρνητική, ἀντικαθρέφτισμα
καὶ σκιὰ τοῦ μὴ Εἶναι. 'Ἡ σκοτεινὴ
ἀντανάκλαση τοῦ Τίποτα. Μὰ προσέξτε.
Ο Θεὸς δὲν ὑπόκειται στὸν κανόνα τοῦ νὰ
μὴν μπορῆ νὰ κάνη κάτι καλύτερο, ἀπ ̓ ὅσο
τέλειο τὸ ἔκανε ἤδη. 'Ο Θεὸς δὲν ἔχει
ὅρια. Ἔτσι ὅσο καλὰ κι ̓ ἂν ἔχη κάνει κἄτι,
πάντα θὰ μπορῆ νὰ τὸ ξανακάνη καλύτερα
κι ̓ αὐτὸ ὡς τ ̓ ἄπειρο. Η θεϊκὴ δύναμη
δὲν ἐξαντλιέται μὲ μιὰ πεπερασμένη
πραγματικότητα. ̓Απ ̓ τὴν ἄλλη τὸ κακὸ
δὲ βρίσκεται ἐνάντια στὴ θεϊκὴ παντοδυναμία
καὶ παναγαθότητα. Θὰ ἔρθη μιὰν ἐποχή,
ποὺ ὅλα θὰ γυρίσουν στὴν τάξη.
Γύρω του σιωπή. Οἱ βράχοι στὴν πολὺ
ἀργή τους ἀντίδραση, ζωὴ πέτρας ποὺ στὴ
λύτρωση δὲν τολμᾶ νὰ πιστέψη, οἱ βράχοι
πλαταίνανε.
Σ«Κατάρερ» τῆς Ν. Γαλλίας (12ος αἰώνας)' ἵστορία-θεωρία
τῆς Κατάρερ κατὰ Γκαντάλ.