ΣΕΠ 2026ΕΚΔΟΣΗ ΒΗΤΑ
μιά ἀπόπειρα ἀναζητήσιμης κειμενικῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ περιοδικοῦ ΔΑΥΛΟΣ
297 ΤΕΥΧΗ · 23.063 ΣΕΛΙΔΕΣ · 9.618.609 ΛΕΞΕΙΣ · 6.129 ΑΡΘΡΑ · 1.187 ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

112ΑΠΡΙΛΙΟΣ 1991

Τυπωμένη σελίδα
σελ. 6454 συμπερασμένος
Φύλλο στό PDF
21 ἀπό 65
Πηγή κειμένου
OCR
Τεῦχος
δεῖτε τό τεῦχος
Τό PDF
Ἀνάγνωση PDF Λῆψις PDF

Ἄρθρα πού ξεκινοῦν σέ αὐτό τό φύλλο

  1. Ο χαρακτήρας της έννοιας "Έρως" κατά Πλωτίνο — ΖΟΥΜΠΟΣ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ
    ἀρχή: σελ. 6454 συμπερασμένος · τέλος: δηλωμένο · τχ. 112

Κείμενο φύλλου

Α.Ν. ΖΟΥΜΠΟΣ (ἀ.μ. Ακαδημίας ̓Αθηνῶν) « Ἃ - 39 ́ 37 Ο χαρακτὴρ τῆς ἐννοίας «Ἔρως» κατὰ Πλωτῖνον Ὃ Πλωτῖνος (204-269) διαχωρίζει τὴν ἔννοιαν τοῦ ἔρωτος εἰς αἰσθητὸν καὶ ὑπεραισθητόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Πλάτων προηγουμένως εἶχε προδιαγράψει: στὴ συνέχεια ἡ ἐνόρασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία, σὰν νοητικὴ δύναμις ἀναβιβάζει τὴν ψυχὴν ἀπὸ τὸν ὑλικὸν εἰς τὸν νοητὸν κόσμο: ἡ ἔννοια τοῦ κάλλους ἢ «καλόν», ὅπως ἀρέσκεται νὰ ὀνομάζη ὁ Πλωτῖνος τὴν ἔννοιαν τοῦ ὡραίου, ὑπῆρξε μία ἀπὸ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς φιλοσοφίας του. Ὁ Πλάτων θεωρεῖ τὸν ἔρωτα σὰν στέρηση, ποὺ ἐπακόλουθό της εἶναι ἡ ἄμεσος πλήρωσή της’ ὁ ὑλικὸς κόσμος στὸν ὁποῖον ἡ ψυχὴ ἀναγκάζεται νὰ διαμένη καὶ ποὺ ἀναμιμνήσκεται τὸν κόσμο τῶν ἰδεῶν, ποὺ πρότερον ζοῦσε, ἐπιζητεῖ τὴν «φυγὴ» καὶ τὴν ἔνωσή της μὲ τὸν κόσμο τῆς καταγωγῆς της' ὁ Πλωτῖνος θεωρεῖ, ὅτι ὁ ἔρως εἶναι ὅρασις ὡραίων εἰκόνων καὶ ἀγαθῶν πράξεων, καὶ ἐπ ̓ αὐτῶν γράφει ( Ἔνν. 3,5,3): «ἐξ οὖν τοῦ ἐνεργοῦντος συντόμως περὶ τὸ ὁρώμενον καὶ ἐκ τοῦ οἷον ἀπορρέοντος ἀπὸ τοῦ ὁρωμένου ὄμμα πληρωθέν, οἷον μετ ̓ εἰδώλου ὅρασις, Ἔρως ἐγένετο τάχα ποὺ καὶ τῆς προσηγορίας ἐντεῦθεν μᾶλλον αὐτῷ γεγενημένης, ὅτι ἐξ ὁράσεως τὴν ὑπόστασιν ἔχει» (πρβ. Δημόκριτον ἀπ. 194 ὈΚ: «αἱ μεγάλαι τέρΨεις ἀπὸ τοῦ θεᾶσθαι τὰ καλὰ τῶν ἔργων γίγνονται»). ̓Επέκεινα λοιπὸν τοῦ αἰσθητοῦ ἔρωτος ἡ ψυχὴ θὰ προχωρήση στὴν ἐπιδίωξη τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ Ἕν, ποὺ εἶναι καὶ ἡ κοσμογόνος του ἀρχή. ἔκφρασις τοῦ Πλωτίνου ὅτι «Ἔρως δὲ ἐνέργεια ψυχῆς ἀγαθοῦ ὀρεγομένη» δηλώνει, ὅτι ἡ ψυχὴ θέλει νὰ προχωρήσῃ πρὸς τὸν ὑπεραισθητὸν χῶρον, ἐκεῖ ὅπου διαμένει ἐσαεὶ ἡ ἔννοια τοῦ ἀγαθοῦ’ καὶ συνεχίζει: «Ἔστι γὰρ ἕκαστον ὃ ἐστιν ἐφ ̓ αὑτοῦ’ ἐφετὸν δὲ γίνεται ἐπιχρώσαντος αὐτοῦ τοῦ ἀγαθοῦ, ὥσπερ χάριτος δόντος αὐτοῖς καὶ εἰς τὰ ἐφιέμενα ἔρωτας. Καὶ τοίνυν ψυχή, λαβοῦσα εἰς αὐτὴν τὴν ἐκεῖθεν ἀπορροήν, κινεῖται καὶ ἀναβακχεύεται καὶ οἴστρων πίμπλαται καὶ ἔρως γίνεται» ('Ενν. 6,7,22). ̓ Ἐδῶ ἐκτίθεται ὑπεραισθητὸς ἔρως, ποὺ δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ ἐνόρασις τῶν νοουμένων, ποὺ καλύπτονται ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀγαθοῦ (ἐπιχρώσαντος αὐτὸ τοῦ ἀγαθοῦ)" εἶναι δὲ ἡ ἐνόρασις ({1ΠΙΟ) ἡ θεώρησις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ ἀμέσου ἐποπτείας κάποιου ἀντικειμένου συλλαμβάνει κανεὶς τὴν ἀλήθειαν χωρὶς τὴν ἀνάγκην τοῦ νοῦ ἢ τῶν αἰσθητηρίων αὐτὴ λοιπὸν ἡ «νοητικὴ ἐνέργεια» ἡ ἄλλως καλουμένη ἐποπτεία μᾶς βοηθεῖ νὰ βλέπωμεν διὰ τῶν «ὀμμάτων τῆς ψυχῆς» τὴν οὐσίαν τῶν ὄντων: ὁ ἔρως τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν ὑπεραισθητὸν κόσμον εἶναι πρωταρχικὸν καθῆκον αὐτῆς νὰ ἀποβάλει βαθμηδὸν τὰ γήινα καὶ νὰ παραδοθεῖ στὴ συνέχεια εἰς τὸ ἔργον τῆς καθάρσεως. 'Ο διφυὴς χαρακτὴρ τοῦ ἔρωτος κατὰ Πλωτῖνον, κατὰ τὴν ἄποψιν τῶν αἰσθητικῶν κανόνων καὶ θεωριῶν τῆς σήμερον: ὁ μὲν σωματικὸς ἢ αἰσθητὸς ἐνέχει εἰδολογικὸν χαρακτῆρα καὶ εἶναι ἀντικείμενον ὁράσεως καὶ μορφῆς (6ε[ήμίς Απιβε({Κ), ὁ δὲ ὑπεραισθητὸς εἶναι ἡ ἐνόρασις τῶν νοουμένων, εἰς τὰ ὁποῖα μετέχει ἀπαραιτήτως ἡ ἔννοια τοῦ ̓Αγαθοῦ καὶ εἶναι ἴδιον τῆς νοητικῆς καλολογίας (Ιπιε[ΙεΚμβ[ἰςείσομε ΑδιΠεΙΙΚ) ἡ συνύπαρξις τῶν δύο ἀνωτέρω ἐννοιῶν παρέχει τὴν ἰδανικὴν εἰκόνα τοῦ «καλοῦ κἀγαθοῦ».
πρωτογενές κείμενο, ὅπως ἀκριβῶς ἐξήχθη →